|
α)
Ομιλίες και Μασκαράτες της Αποκριάς
Μασκαράτες οργανώνονται κάθε χρόνο στην Περίστα
και στ΄ άλλα ορεινά χωριά της Ναυπακτίας. Δεν έχουν βέβαια τη
μορφή των εφτανησιώτικων, αν και σε πολλά σημεία παρουσιάζουν
κοινά γνωρίσματα.
Δεν υπάρχει πατάρι ν΄ ανεβαίνουν αυτοί που παρασταίνουν. Οι
"σκυλαραίοι", όπως λένε τους μεταμφιεσμένους, παρασταίνουν
στο έδαφος. Και την ίδια παράσταση την παίζουν πολλές φορές
την ίδια μέρα σε πολλά σοκάκια του χωριού.
Οι σκυλαραίοι συνοδεύονται στις μιμικές και χορευτικές τους
κινήσεις από νταούλι και πίπιζα. Κρατούν καλαθάκι για τ΄ αυγά
και τις δραχμές.
Τα λόγια τους είναι της στιγμής. Αυτοσχεδιάζουν γρήγορα και
με επιτυχία. Τα πρόσωπα του θιάσου είναι κανονισμένα εδώ και
πολλά χρόνια. Όλα στη παράσταση αυτή ανήκουν στη δικαιοδοσία
της παράδοσης και του άκαμπτου εθίμου.
Σαν προοίμιο του Καρνάβαλου έρχεται πρώτα η Κυριακή της Αποκριάς.
Μασκαρεύονται μόνο τα παιδιά. Όμως η ομιλία θα γίνει την τελευταία
Κυριακή της Τυρινής. Από πριν τα μέλη του θιάσου ψάχνουν για
τα κατάλληλα ρούχα.
Όταν φτάσει η τυραποκριά, ύστερα από την απόλυση της εκκλησιάς
η παρέα είναι έτοιμη και ξεχύνεται στους δρόμους.
Να τα πρόσωπα του θιάσου των "σκυλαραίων": Ο γιατρός,
ο παπάς, ο αστυνόμος, ο γαμπρός, η νύφη, ο γέρος, η γριά και
καμιά φορά ο αράπης και η αρκούδα. Έπειτα πειράζονται με χειρονομίες
και λογής σχήματα που υπονοούν χίλια δυό πράγματα από την καθημερινή
ζωή. Οι παραστάεις αλλάζουν κάθε χρόνο. Δεν παίζουν πάντα το
ίδιο έργο:
Ο καμβάς όμως είναι ο ίδιος σχεδόν σ΄ όλα τα έργα: "Ο αστυνόμος
δέρνει τα παιδιά πούκλεψαν σταφύλια, ο γαμπρός θέλει να διαλύσει
το γάμο γιατί λείπουν κάτι ψιλά από την προίκα, η νύφη κάνει
διαρκώς τη ντροπαλή, οι γέροι μαλώνουν τη νύφη, ο γιατρός μοιράζει
χάπια και σκονάκια για τα φίδια".
Μια ολόκληρη κοινωνία με τα σοβαρά και τ' αστεία της εμφανίζεται
στην κοινοτική πλατεία και στα σοκάκια του χωριού.
Παραθέτω μία από τις ομιλίες των σκυλαραίων, όπως την άκουσα
στην Περίστα το 1961.
Τα
πρόσωπα: γέρος, γριά, γαμπρός, νύφη, γιατρός, αστυνόμος, παπάς.
Το "έργο" στην
ντοπιολαλιά της Περίστας.
Γριά:
....Μή μι τσ' μπάς
(τσιμπάς) γέροντα.
Γέρος:
..Ποιός σι τσ'μπάει μουρή; Ξικουτσιάσ' κις τώρα στα γιράματα
καψαρή.
Γριά: ....Κάτ έπαθα ιγώ π' φουνάζου.
Έτσι στου βρόντου δε φουνάζου.
Γέρος: ..Έπαθις τουν κακό σ'
Γριά: ....Του μαύρου σ' κι του
χλιβιρό σ'
Γέρος: ..Φκιάσι τραχανά
Γριά: ....Δεν έχου
Γέρος: ..Φκιάσι μπλουγούρ'
Γριά: ....Να σι φάει του γαϊδούρ'
Γέρος: ..Φκιάσει μπουμπότα
Γριά: ---(του
χτυπάει τον αγκώνα της) φάε την κουτσ'λιά απ' τ' ν'
κότα
Γέρος: ..¶ε μουρή ρουφιάνα φταίου
ιγώ π' σί παντρεύκα
Γριά: ....Πάει η προικούλα μ'
Γέρος: ..Πάει η ζωούλα μ'
Γριά:.... Πάει του σπτάκι μ'
Γέρος: ..Μόφαϊς του ματάκι μ'
Γριά: ....(δείχνει
το γαμπρό και τη νύφη) Πάνι φιρί - φιρί για τα καλά
τα δ'κά μας
Γέρος: ..Να μας ζήσ΄νι κι στα πιδιά μας
Γριά: ....Μην τουν αϊκούτι,
δε μόκαμι πιδιά, ήταν στέρφους
Γέρος:...¶, γριά θα σι μαλώσου.
Δε λέουντι αυτίνα στου παζάρ'
Παπάς: .(Θυμιατίζει
τους γέρους). Κύριι Ιλέησουν
Γέρος: ..Προυσκυνώ Δέσπουτα
Γριά: ....Κάμι κι για μας κανένα
πατερημό
Γέρος: ..Σώθ' καν τα ζ'μιά μας
(ζουμιά)
Γριά: ....Πάμι για τουν αγύρ΄στου
Παπάς: ..Ησυχία πιρικαλώ. Αρχινάει
ου γάμους. (Ο γαμπρός και η νύφη αγκαλιάζωνται
και φιλιούνται). Σκύψτε. (Σκύβουν,
τους ρίχνει από μιά σφαλιάρα). Αραβουνιάζζιτι ου δούλους
του Θιού Κώστας τη δούλα του Θιού Κώστινα. Να Κάμ' Ησυχία
του ικκλησίασμα. Θα σας βγάλου όξου απ' του ναό αν δε σταματήσ'τι.
Γαμπρός: ..Μιτάνοιουσα παπά
μ'
Παπάς: .....Γιατί;
Γαμπρός: ..Γιατί λείπ' απ' τ'ν'
προίκα μιά κουσιάρα
Παπάς: .....Κι ύστιρα;
Γαμπρός: ..Δε στέργουμι
Νύφη: ......Πάριμι Κώσταμ' κι
θα σ΄δώκου στου σπίτ' την κουσιάρα τρύπια, (γέλια
απ' τον κόσμο) τι ψιέματα λιέου; Ισύ βάβα (στη
γριά) δεν έδουκες τ' γέρουντά σ' μιά τρύπια κουσιάρα
όταν σι παντρέφ' κι;
Γριά: ..........Κουσιάρα μουναχά;
Ιγώ τόδουκα ουλόκληρου μουνόλιπτου.
Γαμπρός: ....(φταρνίζεται).
Φταρνίσ'κι ου γαμπρός κι σκόλασιν ου γάμους.
Αστυνόμος: (αυτηρά).
Τέτοια δεν πιρνάνι σ' ιμένα. Να πάρ'ς τ' γ'ναίκα σ' κι ναφήης
τσ' μπαγαμπουτιές.
Γαμπρός: ....Δεν τ' ν'παίρνου.
Αστυνόμος: (τον
πιάνει απ΄ το αυτί). Ουρέ τι μ' λές;
Γαμπρός: ....Δεν την παίρνου
σ' λέου (η νύφη λιποθυμά, τρέχει ο
γιατρός).
Γιατρός: .....Κάντι αέρα. Πάει
χαημέν' η νύφ'.
Γέρος: ........Απ' του σικλέτ'.
Παπάς: .......Απ' του διάτανου
(διάβολο).
Γιατρός: .....Απ' τη γκαστριά
(συνέρχεται η λιπόθυμη, φωνές, τραγούδια).
"Νύφη,
νύφη γκαστρομένη σα στρουμάτσα γιουμισμένη
ποιός σι παραγιώμουσι ποιός φλόμος σι φλόμουσι."
Γαμπρός:
(χαϊδεύει την κοιλιά της νύφης).
έ, τότε θα την πάρου.
Όλος ο θίασος. Ναζήσ'τι, καλουρίζ'κοι,
στιριουμένα (το νταούλι, και η πίπιζα αρχίζουν ένα
γρήγορο τραγούδι). Η παράσταση θα επαναληφθεί στην παραπέρα
γειτονιά. Οι θεατές ευχαριστούν και εύχονται και του χρόνου.
Μερικοί ρίχνουν κανένα αυγό ή καμιά δραχμούλα στο καλάθι της
γριάς.
Για τα φιλοδωρήματα οι θίασοι συνήθως έχουν ειδικόν άνθρωπο,
τον αράπη ή αρκουδιάρη ή καλαθιάρη.
β)
Ομιλίες του Γάμου: Οι ομιλίες του γάμου γίνονται πάνω σ' άλλον
καμβά κι απηχούν επιβίωση στοιχείου του πανάρχαιου μύθου της
χρυσόμαλλης αμνάδας. Εδώ έχουμε το λαγιαρνί. Η παράσταση απλή,
εκτελείται από δύο συμποσιαστές στην πλατεία του χωριού ανάμεσα
στα μακρόστενα τραπέζια των δύο συμπεθερικών, της νύφης και
του γαμπρού. Δυό άνθρωποι πετάγονται από τα μαγειριά του γάμου,
ο ένας κρατάει στα χέρια του ένα ψημένο σφάγιο, σουβλισμένο
ακόμη. Ο άλλος προσπαθεί να του το πάρει γιατί το θεωρεί κλεμμένο,
και μάλιστα από τη στάνη του.
Ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος που τόσο έντονα τον ζωηρεύουν
οι κινήσεις, οι μορφασμοί και τα "τσαμάκια" των ποιμένων
αυτών θεατρίνων:
Α:
Που τούβρις;
Β: Τόκλιψα.
Α: Πούθι;
Β: Απ' του κουπάδ' τ' πιθιρούσ'.
Α: Μπά.
Β: Μπού.
Α: Δόμ' του ιδώ.
Β: Τράβα σιαπέρα.
Α: Δόμ' του ιδώ σ'λέου να μήν
πάθ'ς καμίνια λαχτάρα.
Β: Τράβα σιαπέρα ουρέ ζουρλόπραμα.
Α: Τόπιασες στου βαρκό;
Β: Τόπιασα στου βουνό.
Α: Θα φουνάχου τσ' χουρουφλάκ'ς.
Β: Φώναξι όποιουν τραβάει η
καρδούλα σ'.
Α: Δέ γνοιάζισι;
Β: Ντίπ (καθόλου).
Α: Κατά ντίπ;
Β: Κατά ντίπ.
Α: ¶ει κατ' ανέμ' διάτανι.
Ο
"κλέφτης" παραδίνει το σφάγιο στα μαγειρεία. Η μαγείρισσα
το λιανίζει και το μοιράζει στους καλεσμένους των δύο συμπεθερικών
από μέρους του γαμπρού.
Η κωμωδία όμως του κοφτού ετούτου διαλόγου και των πολλών χειρονομιών
συνεχίζεται με αντικείμενο σχολίων αυτή τη φορά το κρασί του
γαμπρού.
Τώρα "κλέφτης" γίνεται εκείνος που πριν κυνηγούσε
τον άλλο για "κλέφτη" του σφαχτού. Ο "νέος κλέφτης"
έχει στη μέση του ζωσμένη την "τσίτσα" στολισμένη
με βασιλικούς και μαντζουράνες (Ξύλινο μεγάλο παγούρι με πολλά
σκαλίσματα).
Β:
Ιτούτου
τι είνι; Τι χαλεύει ιδώ; (δείχνει
την τσίτσα)
Α: Απού σταφύλια π'δεν τρως
άφ'τα (αφησέτα) κριμαστάρια.
Β: Μπα, θα μι μαλώησ' (μαλώσεις)
κι όλας;
Α: Τόκλιψις μουρέ;
Β: Τόκλιψα.
Α: Από που;
Β: Τι σι γνοιάζ';
Α: Θα σι κλείσου στ' φ'λακή.
Β: Έτσ' κάμι.
Α: Κρασί είνι;
Β: Κρασί.
Α: Απ' τ' Απαναμπέλια;
Β: Απ' τα Καταμπέλια
Α: Μπα.
Β: Μπάκα.
Α: Θα του μαρτ'ρήσου.
Β: Μαρτύρα του.
Α: Δεν του μαρτ'ράου
Β: Του μαρτ'ράου ιγώ.
Α: Του κρασί είνι από τ' δούγα
(βαρέλι) του ν'νού (νουνού)
Δίνει
την τσίτσα στη μαγείρισσα. Όλοι οι καλεσμένοι πίνουν από λίγο
έτσι για το καλό. Η τσίτσα κάνει το γύρο των τραπεζιών, όπως
πριν λίγο το τεμαχισμένο σφάγιο. Με μιμικές κινήσεις οι δυό
"κλέφτες" φιλιώνονται. Αγκαλιές, φιλιά και... κλάματα.
Οι καλεσμένοι γελάνε ακράτητα. Οι δυό κλέφτες κλείνουν την παράσταση
τραγουδώντας το παρακάτω τραγούδι, έτσι για να ευχαριστήσουν
τους καλασμένους:
Μήνα
το κρασί μας δε σας άρεσε;
'Δώ 'ναι ο ταβερνιάρης τον αλλάζουμε.
Μήνα το φαγί μας δε σας άρεσε;
'Δώ 'ναι ο μάγειράς μας τον αλλάζουμε.
Μήνα δε σας άρεσε η νύφη μας;
Νύφ' μας είναι αυτή δεν την αλλάζουμε.
Το
θέατρο είναι βαθιά ριζωμένο στην ψυχή του Περιστιάνου. Οι παλιότεροι
διηγούνται πως πολλοί χωριανοί μας ήξεραν απ' έξω πολλά μέρη
απ' τα κωμειδύλλια του Περεσιάδη.
Σε πολλά σπίτια έπαιζαν τη "Γκόλφω", την "Εσμέ",
τη "Σκλάβα" 'ετσι για να μικρύνει κάπως η μεγάλη χειμωνιάτικη
βραδιά. Στην Περίστα από το 1928 αναπτύσσει τη θεατρική του
δραστηριότητα και το σωματείο "η Πρόοδος". Από την
ίδρυσή του μέχρι σήμερα έδωσε πάνω από εκατό παραστάσεις.
Θανάσης
Παπαθανασόπουλος -ΠΕΡΙΣΤΑ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΣ Ιστορικά - Λαογραφικά 1998
|