 |
Οι Περιστιάνοι, το μεγαλύτερο
διάστημα της χρονιάς ταξιδεύουν. Απόλυτος τιμονιέρης του
σπιτιού είναι η γυναίκα. Σ΄αυτή πέφτουν όλες οι φροντίδες:
μπαλώνει, σιδερώνει, πλένει, σκαρίζει τα οικόσιτα ζώα, ζυμώνει,
φροντίζει τα παιδιά, κι όλες τις δουλειές τις φέρνει σε
άκρη.
Αφθαστη νοικοκυρά στο σπίτι, χωρίς να υστερεί όμως και
στό χειρισμό των ζητημάτων της έξω απ΄αυτό. Η κάθε κουβέντα
της, το κάθε φέρσιμό της είναι ζυγιασμένα.Συχνά υποκρίνεται,
ενστικτωδώς κάνει θαυμάσιους διπλωματικούς ελιγμούς χωρίς
να κακοκαρδίζει κανένα.
Τις κτηματικές και τις άλλες διαφορές τις λύνει «με το μαλακό».
Ομως άς υπάρχει και ο «νεροδίκης» κι αχρείαστος να γίνεται.
Η γυναίκα της πόλης μια μικροαβαρία να κάνει γιά χάρη τού
άντρα της θα το μολογάει σ’όλη της τη ζωή. |
Τι
να πεί όμως κανείς γιά την
ηρωϊκή Περιστιάνα, τη χεροδύναμη αυτή αμαζόνα που σαν πάει
στο λόγκο για κλαρί αχάει ο τόπος από το τραγούδι της, κι
όταν πάρει στα στιβαρά της χέρια το τσαπί βογγάνε τα χωράφια?
Μα η Περιστιάνα ξέρει και να
«το ρίχνει έξω», όπως ξέρει να σκάφτει και να ζαλικώνεται
τ’αγκαθερά πουρνάρια. Στις γιορτές και στις άλλες
χρονιάρες μέρες φοράει τα καλύτερα ρούχα καί τα πιό καλά
λουστρίνια. Η ντυμασιά της έχει μιά δωρική απλότητα και
μεγαλοπρέπεια.
Το φουστάνι είναι μονοκόμματο
με πολλές «σούφρες» (πτυχές) και το μάκρος του φτάνει ως
τα γόνατα. Στη μέση της ζώνεται μια μονόχρωμη ποδιά που
φτάνει το μάκρος τού φορέματος. Οι ποδιές των
κοριτιών είναι κίτρινες και τριανταφυλλιές. Των μεσόκοπων
γυναικών σκούρες. Τα «τσουράπια» (κάλτσες) είναι μάλλινα
και τα γιορτινά παπούτσια από λουστρίνι. Ομως γιά τις
αγροτικές δουλειές υπάρχουν οι «ρόδες» (παπούτσια σολιασμένα
με χοντρό λάστιχο) και τα «παπάκια» (ελαφρά πάνινα παπούτσια
σολιασμένα με σαμπρέλα).
|
 |
 |
Οι μεσόκοπες και οι γριές
φοράνε το χειμώνα απ' έξω απ' το φόρεμα τη «σιάρκα» ή «σιγκούνι»
πού είναι ένδυμα μάλλινο χωρίς μανίκια και κουμπιά στο μπροστινό
μέρος. Η «σιάρκα» είναι ξομπλιασμένη με κεντήματα και λογής
σχέδια. Η Περιστιάνα απλώνει πάνω τους το ξομπλιαστό κεφαλομάντιλο,
πού είναι κίτρινο γιά τις νιές και μουντό για τις γριές.
Πολλά κορίτσια ρίχνουν στο κεφάλι τους ένα άσπρο μαντίλι
χωρίς σχέδια και ξόμπλια που το λένε «βαμπακέλα». Αυτό το
μαντίλι δίνει ξεχωριστή χάρη και νοστίμια, καθώς μαρτυράει
και το γνωστό δίστιχο:
Αυτή τή βαμπακέλα πού βάζεις στα μαλιά
Να μην την ξαναβάλεις, τρελλαίνεις τα παιδιά.
Η Περιστιάνα, αφού αντικαθιστά
τον άντρα σε τόσες ενασχολήσεις και αφού πρέπει να είναι
πανταχού παρούσα, πρέπει, όπως είπαμε, να φοράει και τα
κατάλληλα ρούχα. Ετσι το φουστάνι της είναι κοντό και
μόλις φτάνει το γόνατο. Λιτή και πρακτική ήταν η ενδυμασία
των γυναικών όλων των πολεμικών λαών, συνεπώς και των
ορεινών Αιτωλών. Γι’αυτό και ξένοι περιηγητές χαρακτήρισαν
τη στολή της Περιστιάνας ως στολή «αμαζόνας», δηλαδη δραστήριας
γυναίκας που πρέπει κάθε στιγμή να είναι έτοιμη για επίθεση,
αν θέλει να ανταπεξέρχεται στις δύσκολες περιστάσεις.
|
Η κοντή γυναικεία ενδυμασία άλλωστε
έχει τη ρίζα της στη αρχαιότητα κι ακόμη πέρα, στην ελληνική
μυθολογία. Ετσι βλέπουμε τη θεά του κυνηγίου Αρτεμη, να
ζητά ανάμεσα στ' άλλα από τον πατέρα της να της επιτρέψει
να φοράει κοντό φόρεμα που να της έρχεται μέχρι το γόνατο,
προφανώς για να μπορεί να επιδίδεται ανενόχλητη στις σχεδόν
αντρικές ενασχολήσεις της (κυνίγη, κ.λ.π.). Αυτά τα εκθέτει
περίφημα ο μεγάλος Αλεξανδρινός ποιητής Καλλίμαχος στον
ύμνο του «Εις Αρτεμιν» Παραθέτω δύο χαρακτηριστικούς στίχους:
«...........................ες γόνυ μέχρι χιτώνα
ζώννυσθαι λεγνωτόν, ίν άγρια θηρία καίνω».
«Θηρία της ζωής» αγωνίζεται να
κάνει ζάπι και η ηρωϊκή Περιστιάνα.
Περισσότερα γιά την αντρική και τη γυναικεία ενδυμασία
της Περίστας, που φορούσαν οι πρό του 1940 κάτοικοι, μπορεί
κανείς να δεί και στο βιβλίο του λαογράφου Δημ.
Λουκόπουλου: «Πως υφαίνουν και ντύνονται οι
Αιτωλοί» (έκδοση Ι. Σιδέρη 1927, και μεταγενέστερη
φωτοανατύπωση από τις εκδόσεις «Δωδώνη»).
Θανάσης
Ν. Παπαθανασόπουλος -ΠΕΡΙΣΤΑ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΣ Ιστορικά - Λαογραφικά
1998 |
 |
|
|