*ΟΙ ΑΓΩΓΙΑΤΕΣ
 

Ο αγωγιατισμός ήταν ένας πολυσήμαντος κλάδος της οικονομίας στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Η όποια ύπαρξη και ανάπτυξη του εμπορίου στην Περίστα βασιζόταν στις μεταφορές που εξασφαλίζονταν απο τα καραβάνια. Απήχηση των μεγάλων καμιά φορά ταξιδιών των καραβανιών είναι το τραγούδι του Ηπειρώτη Ρόβα:

Ο Ρόβας εξεκίνησε μες στη Βλαχιά να πάει.
Νύχτα σελώνει τ’ άλογο νύχτα το καλιβώνει.
Βάνει τα πέταλα χρυσά και τα καρφιά ασημένια...

Σ’ όλη τη διαδρομή της ιστορίας της, μέχρι και το Μάρτη του 1957 που το αυτοκίνητο έφτασε στους Αγίους Αποστόλους, οι Περιστιάνοι κουβαλούσαν τις προμήθειές τους απο τα κοντινότερα αστικά κέντρα Θέρμο και Ναύπακτο με τα υπομονετικά, ανθεκτικά μουλάρια που μπορούσαν να βαδίζουν με σιγουριά στις κακοτοπιές και να σηκόνουν άνετα το όχι ευκαταφρόνητο βάρος των 75 οκάδων.

Θα σαμαρώσω τον ψαρή κι εσύ τον αραπάκι
και θα γενούμε ταιριαστοί τα δυό μας αγωγιάτες.

Στο Θέρμο θα πηγαίνουμε ν’ από το Διασελάκι

και θάναι μέλι-ζάχαρη οι αλαργινές μας στράτες.

Ας βγάνει ο κόσμος σύλλογα κι ας λένε με μανία,
εμείς θα τον σπουδάζουμε τον έρωτά μας μ’ έννοια.
Στρώσε στο μουλαράκι σου κόκκινη μαντανία.
Μες τις πολλές κατηγοριές θα ειπούν και καμιά παίνια

Θ. Ν. Παπαθαναπουλος

Οι αγωγιάτες αποτελούσαν ιδιαίτερη επαγγελματική τάξη. Ο καθένας από αυτούς έτρεφε στο σταύλο του ένα έως δύο μουλάρια καί τα περιποιόταν πολύ, γιατί απ’ αυτά εξαρτώταν το ψωμί της φαμελιάς του. Εκτός απο τους επαγγελματίες αγωγιάτες, υπήρχαν και οι ευκαιριακοί που με το δικό τους ή δανεικό για μιά διαδρομή με επάνοδο ζώο, ακολουθούσαν το μεγάλο καραβάνι, να φέρουν στο σπίτι τις δικές τους προμήθειες.

Κορίτσια και αγόρια, πάνω στον πρωτανθό της ηλικίας τους, μαζί πολλές φορές και με μεσήλικες, σηκώνονταν τέσσερες ώρες νύχτα από την Περίστα και με πανσέληνο ή τα φανάρια τους (του λαδιού ή ηλεκτρικά),ξημερώνονταν στην πόλη. Ξεπέζευαν στο χάνι, έκαναν τις προμήθειες τους κι έπαιρναν πάλι το δρόμο του γυρισμού.

Στις ολονύχτιες αυτές πορείες αχολογούσαν τα καμπανιστά κύπρια τα κρεμασμένα στούς λαιμούς των ζώων, το καθένα με τη δική του ποιότητα ήχου. Αχολογούσε όμως και το τραγούδι απο τα ξέγνοιαστα νιάτα. Απο την Περίστα μέχρι το Θέρμο, σ’ όλη αυτή τη διαδρομή των έξι ωρών, ακούγονταν τα πιό ωραία τραγούδια για τους καημούς κυρίως της αγάπης και της ξενιτιάς. Αφησαν όνομα που κρατεί ακόμα μέχρι σήμερα, οι κεφάτες αυτές παρέες της ξεγνοιασάς και της λεβεντιάς. Στη Βάλτσα (Κάτω Χρυσοβίτσα) που διαρκώς την αναστάτωναν τα νυχτάτικα τραγούδια της ασυγκράτητης νεολαίας, αναρωτιούνταν : «Απο που έρχεται όλο αυτό το συνεχούμενο κέφι των Περιστιάνων; Δεν έχουν σκοτούρες στο χωριό αυτό; Δεν έχουν πένθη; ΄Η μπας κι ο χάρος στην Περίστα είναι άσπρος;».

Ο χάρος βέβαια και στην Περίστα είναι μαύρος, όπως κι αλλού, μα οι Περιστιάνοι έχουν συμφιλιωθεί μαζί του και τον γνωρίζουν σαν ένα απλό φυσικό φαινόμενο που δεν έχει σοβαρές μεταφυσικές προεκτάσεις και δε μπορεί σε καμιά περίπτωση να κόψει την πορεία του ρεύματος της ζωής.

Πόσα ειδύλλια δεν πλέχτηκαν στις πορείες αυτές και πόσες ιστορίες αληθινές ή του μυαλού γεννήματα δεν ακούγονται μέχρι σημερα. Μια απ’ αυτές, αληθινή πέρα για πέρα, μας λέει για ενα ζευγάρι που έμενε συχνά πίσω απο το καραβάνι αρχίζοντας τις γλυκιές εργολαβίες του έρωτα. Ωσπου κάποτε στο σκοτάδι, κοντά στο Βαλτσόρεμα, γλίστρισε ο ερωτευμένος και παίρνει μια κατρακύλα σε μιά σάρα που τον έβγαλε στο ποτάμι, το Φίδαρη. Για καλή του τύχη, το μέρος που βρέθηκε μετά την πτώση του ήταν αμμοδιά, αφού το νερό του ποταμού εκείνη τη χρονιά κυλούσε απο την άλλη όχθη. Έτσι γλίτωσε ο καλός μας το γκρεμό, για να πάει από...γάμο με την εκλεκτή της καρδιάς του.

Αυτές κι άλλες πολλές περιπέτειες είχαν τα νιάτα της ηρωΐκής εποχής των αγωγιατών και του μουλαριού. Τώρα, μουλάρι δε’ βλογάει στην Περιστα ούτε γιά δείγμα. Κι όχι μονο στην Περιστα, ολα τα ορεινά χωριά τον αρνήθηκαν πολύ άσπλαχνα το γκαρδιακό τους φίλο, το μουλάρι. Κατι γαϊδουρακια τώρα διαπραγματεύονται στα παζάρια, που είναι οικονομικά και εξυπηρετούν το χωρικό στις μικροαγροτικές του απασχολήσεις. Αλλά στην Περίστα ούτε απ’ αυτά υπάρχουν!!!

Το δίκαιο των αγωγιατών

Η Πατρίδα μας πλούσια καθώς είναι σε κακοτοπιές και λογής άβατα κριτσάπια φυσικό ήταν να μην αποκτήσει από νωρίς ένα ανεκτό κάπως συγκοινωνιακό δίκτυο. Οι πρώτες οδικές αρτηρίες δημιουργήθηκαν στις λιγοστές και μικρής έκτασης πεδιάδες μας και για πολλά χρόνια εξυπηρετούσαν μόνο τους πεδινούς πληθυσμούς, ενώ οι ορεινοί σκαρφαλωμένοι στ΄ απρόσιτα βουνά τους και ξεκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο δημιούργησαν μέσα στην παράξενη φυσική τους αυτονομία έναν πρωτότυπο λαϊκό πολιτισμό. ΄Ετσι η έμπνευσή τους κρατήθηκε ανόθευτη από ξενικές επιδράσεις και μας έδωσαν θαυμαστά δείγματα λαϊκής τέχνης.
Αφήνοντας κατά μέρος τις άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις (πανηγύργια, ξυλογλυπτική, ενδύματα, υφαντική, δημοτική μουσική, ποίηση κ.λπ),ερχόμαστε να ιδούμε μια ενδιαφέρουσα επαγγελματική τάξη ανθρώπων του βουνού, τους αγωγιάτες, που η μελέτη των όρων της δουλειάς τους μας οδηγεί στην εξακρίβωση κι άλλων στοιχείων σχετικών με το εθιμικό δίκαιο που κανονίζει τις σχέσεις των ανθρώπων του βουνού. Κάθε αυτόνομος πολιτισμός έχει την ιδιομορφία του. Κι αυτή η ομοιομορφία φτάνει να χαρακτηρίζει και τις διάφορες επί μέρους εκφάνσεις του. Ιδιομορφία λοιπόν στο δημοτικό τραγούδι, ιδιομορφία και στο λαϊκό δίκαιο.
Πολλοί απ΄ τους θεσμούς του λαϊκού δικαίου έχουν τις ρίζες τους στο Βυζάντιο ή κι ακόμη βαθύτερα ως τη ρωμαϊκή περίοδο. Έτσι σ΄ ένα συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογραφείου Κραβάρων, από το έτος 1837, βλέπουμε κάποιον απονήρευτο ορεινό να συγχωρεί το φονιά της κόρης του, μη γνωρίζοντας τις νέες κατευθύνσεις του ποινικού δικαίου τις σχετικές με την αυτεπάγγελτη δίωξη που καθιερώθηκαν για πρώτη φορά κι αναγνωρίστηκαν από τη συνέλευση της Επιδαύρου. Ριζωμένη καθώς ήταν μέσα του η βυζαντινορωμαϊκή παράδοση, νόμιζε πως ο νόμος δεν είχε την ικανότητα να κινηθεί χωρίς τη συγκατάθεσή του.
Εδώ όμως θα μας απασχολήσουν οι αγωγιάτες και το ενδιαφέρον εθιμικό δίκαιο που διέπει τις σχέσεις τους με τους ορεινούς εμπόρους. Καί πρώτα ποιούς λένε αγωγιάτες. Έτσι ονομάζουν τους χωρικούς που με δικό τους ή ξένο ζώο μεταφέρουν τα εμπορεύματα των βουνίσιων εμπόρων από τα αστικά κέντρα προς τα ορεινά χωριά. Οι βουνίσιοι δρόμοι κλείνουν το χειμώνα από τα πολλά ατελεύτητα χιόνια ή κόβονται από τις συχνές πλημμύρες. και οι αγωγιάτες πάντα πρόθυμοι και πάντα ακούραστοι κατεβαίνουν ως την πόλη για να φέρουν τροφές στους συγχωριανούς τους και κέρδητα στους εμπόροπυς.
Λέγοντας αγώγι εννούμε δύο πράγματα, το φορτίο και την αμοιβή. Να δυο φραστικά παραδείγματα: Τι αγώγι θα φέρεις; (δηλ. τι είδος φορτίου). Και πόσο αγώγι θα πάρεις; (πόση αμοιβή). Ανάμεσα στο χωριάτη έμπορο και στον αγωγιάτη γίνεται κάποια σιωπηρή, όμως επίσημη συμφωνία. Ο έμπορος έχει σαν βασική υποχρέωση να πληρώσει το καθορισμένο αγώγι στον αγωγιάτη. Ο δεύτερος έχει βαρύτερες υποχρεώσεις με πολύ περιορισμένα δικαιώματα.
Ας δούμε μια από τις πολλές πορείες του αγωγιάτη για το κοντινό στο χωριό του αστικό κέντρο. Ξεκινάει χαράματα παίρνοντας μαζί του τις απαραίτητες τριχιές για το δέσιμο του φορτίου και μερικά τσουβάλια για την ισόβαρη κατανομή του. Φτάνοντας στον έμπορο της πόλης πηγαίνει στην αποθήκη του να παραλάβει το εμπόρευμα. Μπορεί να το συσκευάσει αυτός όπως νομίζει, αν συσκευάζεται. Έτσι θα ταιρομεριάσει το φορτίο και το ζώο θα μεταφέρει ίσο βάρος στην κάθε πλευρά του.
Η ζημιά που θα πάθει το εμπόρευμα αφότου παραδοθεί από τον έμπορο της πόλης μέχρι που να φτάσει στον προορισμό του βαρύνει πάντα τον αγωγιάτη. Οι αγωγιάτες φροντίζουν να έχουν μαζί τους αδιάβροχα, λάμπες θυέλλης και αρκετές σαμαροκαναβιδιές. Επίσης οι πιο πολλοί έχουν και βριζόμια, ειδικά δηλαδή δίχτυα για τη μεταφορά των άχυρων που μένουν μετά το αλώνισμα του σιταριού.
Πολλές φορές όμως το εμπόρευμα γίνεται αιτία να κακοπάθει το ζώο του αγωγιάτη ή και να χαθεί εντελώς. Λέγεται πως κάποτε σ΄ ένα ψήλωμα μια ξαφνική ανεμική σήκωσε το ζώο και το σύντριψε στους βράχους, γιατί έτυχε να είναι φορτωμένο με μεγάλα φύλλα σκληρού χαρτιού από εκείνο που ταβανιάζουν τα σπίτια οι χωρικοί. Στην περίπτωση αυτή ούτε ο έμπορος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για το εμπόρευμά του, ούτε ο αγωγιάτης πληρωμή για το κακό που τον βρήκε. Η αμοιβή του αγωγιάτη είναι το αγώγι του. Από το ποσό αυτό ξοδεύει για να κολατσίσει σε κανένα χάνι, κι ακόμα για ν΄ αγοράσει κριθάρι ή τριφύλλι για το ζώο του. Μπορεί όμως να παίρνει από τους χωριανούς του διάφορες μικροπαραγγελίες για τις οποίες πληρώνεται ιδιαίτερα.
Ο αγωγιάτης φορτώνει και ξεφορτώνει μόνος του τα εμπορεύματα που παρέλαβε. Το φόρτωμα γίνεται στην αποθήκη του εμπόρου της πόλης και το ξεφόρτωμα στην πόρτα του μαγαζιού του χωριάτη μπακάλη. Ο αγωγιάτης οφείλει αποζημίωση για κάθε ζημιά σε βάρος του εμπορεύματος που θα κάνει στο φόρτωμα ή στο ξεφόρτωμα. Σαν ξεφορτώσει το εμπόρευμα στον τόπο που πρέπει δεν έχει πλέον άλλη υποχρέωση. Παραπέρα αποσχόλησή του από τον έμπορο του χωριού πληρώνεται ιδιαίτερα. Το αγώγι σπάνια προκαταβάλλεται. Συνήθως δίνεται στον αγωγιάτη σαν τελειώσει το ξεφόρτωμα.

Θανάσης Ν. Παπαθανασόπουλος -ΠΕΡΙΣΤΑ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΣ Ιστορικά - Λαογραφικά 1998


* ΙΣΤΟΡΙΚΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ * ΣΥΛΛΟΓΟΙ και ΦΟΡΕΙΣ * ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΝΤΥΜΑΣΙΕΣ * ΟΙ ΑΓΩΓΙΑΤΕΣ * ΠΟΙΜΕΝΙΚΑ * ΜΕ ΤΙ ΓΕΛΑΝΕ ΟΙ ΧΩΡΙΑΝΟΙ ΜΟΥ * ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΓΙΑΤΡΙΚΗ, ΒΟΤΑΝΑ * ΜΑΓΙΑ, ΓΗΤΕΜΑΤΑ, ΞΟΡΚΙΑ * ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ * ΦΑΓΗΤΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΤΩΝ * ΜΟΡΦΕΣ ΛΑΪΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ * ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΘΙΜΑ *ΘΡΥΛΟΙ ΤΩΝ ΚΡΑΒΑΡΩΝ


Copyright©Perista.net 2002-12