* ΜΕ ΤΙ ΓΕΛΑΝΕ ΟΙ ΧΩΡΙΑΝΟΙ ΜΟΥ
 
Κάθε τόπος καί ζακόνι λένε στα βουνά μας. Τα περισσότερα ορεινά χωριά αποκομμένα κι από τα κοντινότερα ακόμη αστικά κέντρα δημιούργησαν με το διάβα του καιρού μια δική τους κλειστή ζωή, πλούσια ωστόσο σε ενδιαφέροντα, και όχι μόνο λαογραφικά. Η εσωτερική οργάνωση παρά τον πρωτογονισμό της, έχει στοιχεία αγνότητας και ηθικής μεγαλοσύνης. Αν ξεκινήσουμε απο τη λαογραφική εκδήλωση, θα φθάσουμε στον απλό άνθρωπο με το πλούσιο εσωτερικό περιεχόμενο.Στον ιδιόρρυθμο αυτό κύκλο πολιτισμού, ξεχωριστή θέση κατέχει η εύθυμη ψυχική διάθεση, το γουστόζικο ανέκδοτο, το απονήρευτο καλαμπουράκι, το δυνατό «κουτσοκέφαλο», που η διήγησή του απο μερικούς χωρικούς πόχουν το χάρισμα να διηγούνται άνετα κι ευχάριστα, φέρνει ομηρικά γέλια στους ακροατές.

Οι Περιστιάνοι ξέρουν να γελάνε. Μόνο που τα αστεία τους πιθανόν να μη γαργαλάνε τ'αυτιά ανθρώπων άλλων περιοχών. Ας μην ξεχνάμε πως υπάρχει και αγγλικό χιούμορ και μαύρο και ολλανδικό ακόμη. Μιά ανθολογία καλών αστείων του χωριού παρουσιάζω εδώ, χωρίς να προεξοφλώ τα γιέλια ή τα επιδοκιμαστικά μειδιάματα. Προεξοφλώ όμως την έκπληξη του αναγνώστη για το μεγάλο βαθμό πολιτισμού των ιστορημάτων πού όλα είναι αληθινά, και γιά το δυνατό πνεύμα που τα χαρακτηρίζει.

Ας μην υποτιμούμε το χωριό. Οι ρίζες μας δεν πρέπει να μας είναι άγνωστες. Και η μελέτη των εύθυμων στιγμών του λαού μας χρησιμότατη.

*Ενας συγχωριανός συμβούλεψε κάποτε ένα δεινό μπεκρή να ελαττώσει το κρασί, γιατί θα κάψει τα εντόσθιά του με το σπίρτο που πίνει. Κι εκείνος ατάραχος : Κι αν τα κάψω τι μ’ αυτό, μαγειρίτσα θα τα κάνω;

*Πολλά μαθητοϋδια δεν αγαπούν τα γράμματα. Οι μεγάλοι γιά να τα πειράξουν τους λένε πως σήμερα δεν έχει σχολείο, γιατί ο δάσκαλος... καλιβώνηει το μουλάρι του. Κι όταν κανένας μικρός τις τρώει γιατί δεν ήξερε το μάθημα, πειραχτικά του λένε: Μωρέ εσύ είσαι θηρίο. Τον έδειρες πάλι τον δάσκαλο.

*Παλιότερα που η φοίτηση στο Σχολαρχείο ήταν πραγματικός άθλος για τα φτωχά του χωριού μας, ένας πατέρας, σφιχτοχέρης όσο δε γινόταν άλλο, μάλωνε σε γράμματά του το γιό του που έκανε έξοδα στην πολιτεία. Μα ο νεαρός σπουδαστής τον έβαλε στη θέση του. Μέχρι σήμερα λέγεται το αμίμητο που του απάντησε: «Τρώω λίγο, ενίοτε και καθόλου. Προσπαθώ δε να το κόψω».

*Ενας άλλος χωριανός είπε κάποτε σ' ένα φαλακρό: Αε μωρέ κερατά, κούρεμα που σου χρειάζεται.

*Ρώτησαν μιά χωρική που ψεύδιζε στην ομιλία της, άν θηλάζει ακόμη το μωρό της. Εκείνη απάντησε πρόσχαρα: Ναί τού β' δαίνου (βυζαίνω)

*Με τα γεγονότα του Σουέζ άναψε η πολιτικολογία στην πλατεία της Περίστας. Κάποιος πετάχτηκε και είπε: Ο Γραμματέας του Ο.Ε.Ε. θα στείλει στρατεύματα. Κι ο αντιρρησίας, καλώς πληροφορημένος όπως συνήθως: Πού να τα βρεί τα στρατεύματα ο Γραμματέας του Ο.Η.Ε.; Κι ο πάντα ενημερωμένος στα πολιτικά που δε χαρίζει κάστανα: Για Γραμματέα της Σέλψας τον πέρασες; (Η Σέλψα είναι ένα μικρό γειτονικό χωριό).

*Ενας παραθεριστής ζήτησε απο μια βλάχα γιούρτι. Εκείνη θέλοντας να συνεννοηθεί πρώτα με την οικογένειά της του είπε πως το βράδυ θα του δόσει χαμπέρι (=είδηση). Εκοίνος παρεξηγώντας τη λεξη, που στα βουνά μας έχει και την έννοια της σεξουαλικής επαφής, αποκρίθηκε: Εγώ χριστιανή μου δε θέλω χαμπέρι, γιούρτι θέλω.

*Ενας θυμόσοφος σyνήθιζε να λέει: το κράτος ετούτο κλέφτες τόφκιασαν, κλέφτες το κυβεράνε και κλέφτες θα το χαλάσουν. Κι ενας άλλος που του άρεσαν οι παρωδίες: Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει αλλά ούτε και παχαίνει.

*Ενας σωματώδης χωριανός πλησιάζει τον ψητοπώλη του χωριού και του ζητά πέντε δραχμές κοκορέτσι. Ο ψητοπώλης δυσανασχετεί βλέποντας το μεγάλο μπόϊ του αγοραστή: τι να σου κάνει εσένα πέντε δραχμές μεζές. Κι ο αγοραστής πικαρισμένος: τότε κόψε οκτακόσιες δραχμές.

*Το 1963 ένας ψάλτης, μισοαγράμματος και γέρος καθώς ήταν ξέχασε να μνημονεύσει στο πολυχρόνιο τη βασίλισσα Φρειδερίκη. Κι ο χωρατατζής: η καημένη η βασίλισσα γλύτωσε στο Λονδίνο απο την Αμπατιέλου και το βρήκε απο τον..δείνα (ψαλτη).

*Στο αντάρτικο το 1944 ένας παπάς (παπα - Λαχτάρας με το όνομα) έσερνε στον ώμο ένα αυτόματο κι έκανε το δραγουμάνο. Ηταν το φόβητρο των ορεινών. Οταν δεν τον έπαιρναν τ’ αυτοκίνητα έριχνε μιά ριπή στις ρόδες και τα ακινητούσε. Πέρασε κι από την Περίστα. Εκείνες τις μέρες ένας χωριανός είχε κρεμάσει ένα λαγό στο καφενενείο, τον είδε ο παπάς το λαγό και τον λιμπίστηκε. Ρωτάει τον καφετζή τίνος είναι ο λαγός, κι εκείνος έδειξε το νοικοκύρη. Γυρίζει αγριεμένος ο παπάς: δικό σου είναι; Κι εκείνος φοβισμένος: οχι παπούλη μου δεν είναι δικός μου - πάρτον να χαρείς, και δικός μου νάταν χαλάλι σου.

*Καποιος, όνομα και μη χωριό, έλεγε στη γυναίκα του, επειδή το μωρό τους έκλαιγε ασταμάτητα: Γυναικα βάλε το παιδί στού μαστάρ' (δηλαδή δώσε του να θηλάσει). Ο ίδιος την πρώτη νύχτα του γάμου του έβγαλε έξω τη γριά μητέρα του, για να «σμίξει» με τη νύφη, αφού το σπίτι είχε όλο κι όλο ένα δωμάτιο. Το κρύο όμως ήταν δυνατό, και η ώρα περνούσε χωρίς να λάβει κάλεσμα η γριά για την επιστροφή της. Κάποτε η καψόγρια απελπίστηκε και φώναξε: άϊντε μωρέ παιδιά!.. Κι ο γιός της από μέσα αγριεμένος: Γιά υπομόνεψε, έτσι είπες πώς είναι αυτή η δουλειά; (δηλαδή θέλει άνεση).

*Ενας χωριανός άνοιξε μαγαζί. Δεν είχε όμως μεγάλη επιμέλεια για τη δουλειά του κι απόπαιρνε (μάλωνε) τους πελάτες. Κάποτε μιά γριούλα του παρατήρησε: μωρέ πιδάκι μ' αυτίνις οι πρόγκες είναι σκουριασμένες... Ο έμπορος φουρκίστηκε και ξέσπασε: Ας τις έπαιρνες τότε πού ήταν ξεσκούριαστες.

*Ρώτησαν ένα κορίτσι απ' τα κατώμερα του ποταμού Φίδαρη (Εύηνου), που είχε αρραβωνιαστεί εκείνες τις ημέρες, αν τη φίλησε ο αρραβωνιαστικός της. Εκείνη απάντησε αρνητικά τινάζοντας πίσω το κεφάλι και συνοδεύοντας την περήφανη κίνησή της μ' ένα «τσού». Το πειραχτήρι που τη ρώτησε επέμεινε: Θα σε φιλήσει; Κι εκείνη: δεν πιστεύω να το φτάσει μέχρι εκεί. Το φιλί για την Κραβαρίτισσα ήταν το έσχατο όριο ανηθικότητας. ¨Ω χρόνοι, ώ ήθη !!!.

*Μιά Περιστιάνα έκανε συστάσεις σε μιά χωριανή της που ήρθε απ' την Αθήνα: Νάρχεστε να μας βλέπετε κι εμάς καμιά φορά εδώ. Πονιέται η Ελλάδα. Η καημένη νόμιζε πως η Αθήνα βρίσκεται στο εξωτερικό.

*Οταν άνοιγαν το δημόσιο δρόμο προς Αγιο Δημήτριο κάποιος είπε πως θα πρέπει να πλατύνει ο δρόμος προς τα κάτω, έστω κι αν στένευε ο διάδρομος γύρω απ' τον Αγιο Αθανάσιο. Και πρόσθεσε: Ας μείνει ένα μικρό στενό ίσα που να χωράει ο Αγιος να βγαίνει προς νερού του.

*Κάποιος πονηρός Κραβαρίτης έστειλε το δεκαπενταύγουστο το παρακάτω τηλεγράφημα στον ηγούμενο μονής Προυσού: «Πανάχραντος ηυδόκησε προσκυνήσω αγίαν εικόνα της. Καταφθάνω Τρίτη βράδυ» - Κίτσος. Οι καλόγεροι τον πέρασαν για επίσημο πρόσωπο και βγήκαν να το προϋπαντήσουν

*Θυμοσοφία λαΐκών ανθρώπων για τον πλοϋτο: Πλούσιος ελάλησε και πάντες εσίγησαν, την δε φωνήν αυτού μέχρι νεφέλας ανέβασαν. Πτωχός ελάλησε και πάντες είπον: «τις ούτος;» Και τα λαϊκα ρητά στα καφενεία και τις ταβέρνες:

      Ο βερεσές απέθανε κι ετάφη το δεφτέρι
          Και διαθήκη άφησε με τον παρά στο χέρι.


          ¨Η το μαλακώτερο:

          Αν δεν έχεις έλα πίνε
          όταν έχεις έλα δίνε
          όταν έχεις και δε δίνεις
          να μήν έρχεσαι να πίνεις.

*Μια πρωτευουσιάνα έλεγε στο βλάχο πεθερό της για ψύλλου πήδημα «μερσί». Κι ο καψερός ο βλάχος, αχάλαγος όπως ήταν από γλύκες και ψευτοευγένειες, μιά μέρα ξέσπασε γιά καλά και τη μάζεψε κουβάρι την πουδραρισμένη και μυρουδάτη νύφη: Οπως το κατάντησες εδώ μέσα μύρισε και βρώμισε.

*Νεαρός σπουδαστής και φίλος της λογοτεχνίας έφερε απ’ την Αθήνα μια μικρή κορνιζαρισμένη εικόνα του Παλαμά και την κρέμασε στο σπίτι του στο χωριό. Σε λίγες μέρες είδε την εικόνα πεταμένη στα σκουπίδια. Ρωτάει τη μάνα του να μάθει ποιός την πέταξε. Εγώ, απάντησε η γριούλα, βαρκέστησα να με ρωτάει ο κόσμος τι τον έχω εκείνον με τα μεγάλα φρύδια.

*Προ ετών στην Περίστα γίνονταν ανασκαφές. Ο αρχαιολόγος ρώτησε το μεσημέρι, στην ώρα του φαγητού, τον πρόεδρο του χωριού για την τοποθεσία «Κρατερά». Κι ο πρόεδρος αφοσιωμένος καθώς ήταν στα καλοβρασμένα φασόλια απάντησε: «ναί είναι πολύ βραστερά».

*Ονομαστή ήταν η ταβέρνα «οι δυό γέροι» στο Θέρμο. Την είχαν δυό γεροντάκια επί σαράντα χρόνια. Κάποτε μάλωσαν και χώρισαν ανοίγοντας δικές τους ταβέρνες. Ο ένας την ονόμασε «ταβερνείον ο είς γέρος» κι ο άλλος «ταβέρνα ο παραπονιάρης γέρος». Στο ταβερνείο έτρωγαν οι Κραβαρίτες μαθητές Γυμνασίου γιατί τους άρεσε προπαντός να πειράζουν το γέρο. Όταν τον ρωτούσαν τι κάνει, απαντούσε:«Κάνω καλά και περνάω άσχημα». Κι όταν του λέγαν πόσα λεφτά έχει, τους απαντούσε με την άδολη θυμοσοφία του: «Δεν έχω λεφτά ν’ αγοράσω ένα πορτοφόλι να βάλω τα λεφτά μου μέσα».

*Πολλές ιστορίες έλεγε ο Κωτσολωνίδας στο μύλο του. Οι Περιστιάνοι τις αναθυμούνται και γελάνε ακόμη: Οταν έπιασαν οι Εβραίοι το Χριστό, οι Πέρσες έδωσαν χρυσάφι να τον γλιτώσουν, οι Αιγύπτιοι σιτάρι, και οι Ελληνες, που δεν είχαν τι να δώσουν γιατί ήταν φτωχοί, είπαν πως θα τον κλέψουν. Τ΄όμαθε ο Χριστός κι είπε: βλογημένος ο χρυσός της Περσίας, το σιτάρι της Αιγύπτου, κι η κλεψιά στην Ελλάδα. Να οι Ελληνες γιατί κλέβουν. Θεοτική ευχή.

*Σ' ένα Πλατανιώτικο καφενείο κάθησαν τρείς νέοι. Απέξω είδαν νάρχεται ο Ανδρέας Τσάμης - θυμόσοφος κι απ' τούς πιό ζωντανούς τύπους του χωριού- και συνεννοήθηκαν να μην απαντήσουν στην καλημέρα του, έτσι για να τον πικάρουν. «καλημέρα σας», είπε ο μπάρπα-Αντρέας. Τίποτε εκείνοι. Ο γέρος κάθησε φουρκισμένος στη γωνιά. Σε λίγο μπήκε ένας Αμερικάνος -ο κυρ-Κώστας - και καλημέρισε. «καλημέρα σας», απάντησαν πρόσχαροι και ευγενέστατοι οι νέοι. Κι ο μπάρμπα-Αντρέας διακρίνοντας στον υποκριτικό εκείνο χαιρετισμό την τιμή των μικρών ανθρώπων προς το χρήμα, είπε με στόμφο γυρνώντας κατά το μέρος του πλούσιου κυρ-Κώστα: «Καλημέρα λεπτά!...»

*Είπαν σε κάποιον που μιλούσε όμορφα να πάει να αναγγείλει σ' ενα χωριανό με μαλακό τρόπο το θάνατο του αδελφού του στην Αμερική. Κίνησε και πήγε. Βρήκε τον αδελφό του νεκρού στο κατώφλι. Τον χαιρέτισε βιαστικά και μπήκε στο ψητό: -Εχεις καιρό να λάβεις γράμμα απο τον αδερφό σου; -Εχω ένα μήνα. -Ε, άν ξαναλάβεις φτύσε με.

*Μετά το 1950 οι κομπανίες των οργανοπαιχτών στα λαϊκα πανηγύρια έφεραν και μικρόφωνα για να εξυπηρετούνται καλύτερα. Ανεβάζαν το μεγάφωνο σε μιά μουριά και δόστου το γλέντι. Και μια γριούλα άπραγη «απ' του διαόλου τα σύνεργα»: Ολοι τραγουδάνε καλά, αλλά εκείνος ο κερατούλης πούνε ανεβασμένος στη μουριά το παρακάνει, κι έδειχνε το χωνί του μικροφώνου.

*Ενας ομογενής γύρισε στην Ελλάδα ύστερα απο σαράντα χρόνια. Λαϊκός κι εύθυμος τύπος όπως ήταν δεν είχε πάρε-δώσε με βιβλία και πνευματικά νταραβερίσματα. Στην Αθήνα τον παρακίνησαν να πάει στην Ακρόπολη. Υποκύπτοντας στις πιέσεις των Αθηναίων φίλων του πήρε την αστική συγκοινωνία και πήγε. Γύρισε όμως νευριασμένος πολύ, γιατί ποτέ του δεν ενδιαφέρθηκε για τέτοια πράγματα. Σαν τον ρώτησαν τι είδε, απάντησε κοφτά: κρίμα στα ναύλα. Η φράση του έμεινε και λέγεται στην Περίστα όταν γίνεται λόγος για έξοδα που έγιναν χωρίς να πιάσουν τόπο.

*Κάποτε στο χωπιό μας πέθανε ένας γέροντας πολύ σφιχτοχέρης. Ο μαραγκός πήρε της γριάς του πολλά λεφτά για την κάσα του. Κι ένας αμίμητος χωρατατζής: Αν ήξερες γέροντά μου πόσο στοίχησε το κιβούριο σου θα πήγαινες με τα πόδια στον τάφο.

*Τον καιρό που δεν υπήρχε το πορθμείο Ριο-Αντίρριο, η συγκοινωνία από τον Επαχτο στην Πάτρα γινόταν με καΐκι. Μιά μέρα κατέβηκε στον Επαχτο ένας Κραβαρίτης γέρος που ήθελε να ταξιδέψει στο Μοριά. Φορούσε τις φουστανέλες του, το σαλάχι, τα βαριά προκωτά τσαρούχια. Οταν έφτασε όμως στην προκυμαία του λιμανιού το καϊκι είχε βφεί έξω απ’ το βενέτικο στόμιο. Τογεροντάκι φώναξε, ξαναφώναξε να γυρίσει το καΐκι, μα του κάκου, οι ναυτικοί (κάτι πειραχτήρια) γέλασαν με τις απαιτήσεις του γέρου. Πήδηξαν όμως σε μιά βάρκα κι ήρθαν στην άκρη να τον πάρουν. Εκεί είπαν να του κάμουν μιά λαχτάρα. Να τον ρίξουν, έτσι για γούστο, στη θάλασσα. Ανύποπτος ο βουνίσιος στέριωσε τη γκλίτσα του στη βάρκα και πάτησε το αριστερό του πόδι. Οι ναυτικοί βρήκαν την ευκερία. Κουνάνε τη βάρκα, χάνει την ισορροπία του ο γέρος και μπλούμ μέσα. Πρόλαβαν και τον άρπαξαν απ’ τις πλάτες.
Ο βλάχος άμαθος απο αρμύρα χαροπάλευε. Οι σαλταδόροι έκαναν πως καταβάλλουν μεγάλες προσπάθειες. Οι Επαχτίτες που ψοφούσαν για κάτι τέτοια, έβαλαν τα γέλια. Τέλος ο γέρος «σώθηκε». Βρεγμένος ως τη γλώσσα, με κολλημένες τις φουστανέλες και γεμάτο θαλασσονέρι το σαλάχι ανέβηκε στο καΐκι κι έκατσε παράμερα να στεγνώσει. Κι ο καπετάνιος-το μεγαλύτερο πειραχτήρι του τόπου- πλησιάζοντας: Δε μου δίνεις ρε συ γέρο ένα τσιγαρόχαρτο;.

*Ενας χωριανός γυρολόγος γύριζε στα χωριά της Μακεδονίας. Ενα βράδυ δε βρήκε κονάκι γιά κατάλυμα και μπήκε να κοιμηθέι στην εκκλησία του χωριού. Τρύπωσε πίσω απο μιά κολόνα και κοιμήθηκε. Εκεί μέσα όμως οι χωρινοί είχαν αφήσει αποβραδύς ένα χωριανό τους νεκρό, που μαγκούφης καθώς ήταν δεν είχε ανθρώπους να τον κλάψουν και να τον ξενυχτήσουν. Κατά σύμπτωση είχε το ίδιο όνομα με το γυρολόγο. Τον έλεγαν Κώστα. Το πρωΐ ο παπάς του χωριού πήγε στην εκκλησία για κάποια βιαστική δουλειά του. Μπαίνοντας είπε στο νεκρό αστειευόμενος: «Πως τα πέρασες απόψε καημένε Κώστα;» Κι ο γυρολόγος πίσω απ' την κολόνα που δεν είχε αντιληφθεί την παρουσία του νεκρού: «Καλά παπούλη μου» Δεν ξέρουμε τι απέγινε ο παπάς.

*Στην Περίστα γινόταν ο αμαξιτός δρόμος που θα την ένωνε με το Θέρμο. Μιά γριά βλέποντας τα βαριά μηχανήματα και τους εργάτες ρώτησε να μάθει: «Ποιός τη φκιάχνει αυτή τη στράτα μωρέ παιδί;» - «Το κράτος, θειά». - «Αμ' από πού είναι αυτός ο κράτος, απ' την Αθήνα ή την Αμερική;».

*Ονομαστές είναι οι φάρσες που σκαρώνει ένας Κραβαρίτης, από χρόνια τώρα εγκατεστημένος στη Ναύπακτο. Οι αγαθοί λεβίτες του Επάχτου συχνά γίνονται ο στόχος των καλόκαρδων αστείων και πειραγμάτων του. Μιά μέρα είδε να περνάει έξω απ’ το μαγαζί του ο παπάς της ενορίας. «Παπούλη, του φωνάζει, να σε ιδώ μια στιγμή». Μπήκε ο παπάς. «Κάτσε να πιείς καφέ». « Ε, αφού κερνάς για να μη σε προσβάλλω θα τον πάρω». Φωνάζει κατόπι τον καφετζή: «Φκιάσε έναν καφέ του παπά» και ταυτόχρονα του κάνει νόημα να μη φκιάσει. Περίμενε ο παπάς τον καφέ καμιά ώρα, ώσπου κατάλαβε το φιάσκο που του έστησε ο αδιόρθωτος χωρατατζής και σηκώθηκε να φύγει. Εκείνη τη στιγμή περνούσε ο παπάς της άλλης ενορίας. Ξαναφώναξε: «παπα-Γιάννη έλα να πιείς καφέ». «Ε, θα τον πιώ μωρέ παιδί αφού κερνάς», και μπήκε στο μαγαζί. Κι ο πρώτος παπάς πόφευγε, στο νεοφερμένο παπά: «Κάτσε ευλογημένε να τον πιείς με το αραλίκι σου, Εγώ τον ήπια βιαστικά και μ’ έκαψε».

*Ο χωρατατζής όμως του Επάχτου είναι μεγάλη υπόθεση και δεν τελειώνη εδώ. Την ξανάπαθε ο αγαθός λεβίτης. «Μωρέ παπά δεν ήταν κρίμα να πεθάνει η μάνα του Γιώργου, και σε τόσο νέα ηλικία;» Κι ο παπάς ξαφνιασμένος που άκουγε για το θάνατο χριστιανού της ενορίας του: «Τι λες μωρέ; Πότε πέθανε;». Η χριστιανή όμως όχι μόνο δεν πέθανε, αλλά έκανε κι ένα σωρό δουλειές στο σπίτι. Ο παπάς το πίστεψε. Πήρε το πετραχήλι παραμάσχαλα και το βιβλίο που έχει η εκκλησία για τις ώρες αυτές και τράβηξε κατά το σπίτι της νεκρής!.. Οταν έφτασε βλέπει τη γυναίκα να σκουπίζει τις σκάλες. Ο παπάς τάχασε. Μονο που δεν τούρθε ταμπλάς. Η γυναίκα πρόσχαρη τον καλωσόρισε. Βλέποντας όμως την έκπληξή του έβαλε χίλια κακά με το νού της «Παπούλη μου πως απο΄δώ;» τον ρώτησε στερνά. Κι ο παπάς δαγκώνοντας τα μουστάκια του: « Ηρθα να ιδώ το σπίτι σας ευλογημένη».

*Η ιστορία του παπά με το βόδι είναι διασκεδαστική. Συχνά τη λένε στην Περίστα: Κάποιος παπάς πήγε σ' ενα ζωοπανήγυρο ν'αγοράσει ένα βόδι και το αγόρασε. Οι χωριανοί όμως -μεγάλα πειραχτήρια- ήθελαν σώνει και καλά να τον πείσουν πως αγόρασε άλογο. Χώρισαν την απόσταση από το μέρος του πανηγυριού μέχρι το χωριό σε στάσεις, και στην κάθε στάση κάθησαν από δυό χωριανοί. Μόλις πλησίαζε ο παπάς τον χαιρετούσαν και του παίνευαν το... άλογο. «Δεν είναι άλογο - έλεγε εκοίνος - είναι βόδι». «στραβός είσαι παπούλη μου», του έλεγαν. «Φώς φανάρι, αγόρασες το καλύτερο άλογο της περιοχής». « Μωρέ παιδιά, δεν είναι άλογο, βόδι είναι». «Δεν έχεις δίκιο», του ξανάλεγαν. «Πιο όμορφο και γεροδεμένο άλογο δεν ξανάδαν τα μάτια μας στον κόσμο». Είδε κι απόειδε ο παπάς το πίστεψε. Δίνει μιά και μπαίνει καβάλα στο... άλογο. Ετσι για να το δοκιμάσει αν είναι μολαΐμικο (ήμερο). Κλωτσάει στον αέρα το βόδι και τον πετάει χάμω. Κι ο παπάς σακατεμένος απ’ το πέσιμο: «Μωρέ σ'είδα εγώ βοϊδάκι μ', αλλά μ' άφηναν ήσυχο οι διαβόλοι;» .

*Μιά γριά ρωτούσε τον τηλεγραφητή πού να βρισκόταν άραγε το τηλεγράφημα πού έστειλε στο γιό της. Κι εκοίνος: «Εκατσε σ' ενα χάνι να φάει λίγο τριφύλλι».

*Ενας χωριανός πωλούσε τομάτες δικής του παραγωγής. Κι ένας άλλος που πήγε ν' αγοράσει, τον παρατήρησε: «Δε ντρέπεσαι εσύ νοικοκύρης άνθρωπος να πουλάς τομάτες;» Κι ο πωλητής: «Εγώ δε ντρέπομαι να πουλάω, εσύ δέ ντρέπεσαι ν' αγοράζεις:» Μ' αυτό ήθελε να τον ειπεί τεμπέλη και ανεπρόκοβο, αφου δε μπορούσε ούτε δυό τομάτες να φυτέψει στον κήπο του, πράγμα ασυγχώρετο για άνθρωπο που ζεί στο χωριό.

*Καποιον Περιστιάνο τον ενοχλούσε το ψηλό δέντρο που βρισκόταν στον κήπο του γείτονά του, καθώς του έκρυβε τον ήλιο. Για να το κόψει, τι θαρρρείτε πως του είπε; «Ωρέ Φώτη, πολύ μου αρέσει το θεόρατο αυτό δέντρο σου. Κάνει καλόν ίσκιο στην αυλή μου το καλοκαίρι και ευχαριστιέται κάθε στιγμή το μάτι μου την όμορφάδα του». Ο ιδιοκτήτης του δέντρου που δεν χώνευε το γείτονά του τούτον, για να τον στεναχωρήσει έκοψε το δέντρο. Αλλο που δεν ήθελε ο πονηρός φυσιολάτρης.

*Στον Νικολό Ράπτη (τουρλαρονικολό) πήγαν τα συχαρίκια πως η νύφη του Αικατερίνη γέννησε ένα κοριτσάκι «άσπρο σαν το γάλα». Τοτε ο Δημ. Πατιλης (Πατλομήτρος) είπε: «Ας ήταν παιδί (δηλ. αγόρι) κι ας ήταν μαύρο σαν το τηγάν

*Ο Νικολός Ράπτης καθόταν στο πεζούλι του μαγαζιού των εγγονών του Γιώργου και Νίκου Παπαθανασόπολου και λιαζόταν μιά μαρτιάτικη μέρα του 1946. Ξαφνικά όμως το γουρούνι που τριγυρνούσε αδέσποτο του άρπαξε την τρίτσα (ψάθινο καπέλο) και την έκανε κομμάτια. Ο γέροντας ήταν απαρηγόρητος: «Πως θα κάνω Πάσχα χωρίς τρίτσα;». Δεν πέρασαν λίγες μέρες και πέθανε πρίν από το Πάσχα.

*Στην Αρτλάκα έγινε μιά μεγάλη εκδρομή Περιστιάνων. Ολοι ανάγγειλαν τα φαουλάτα που θα έφερναν. Ο χωρατατζής Ξουφλός είπε πως θα φέρει ένα κοκορέτσι, και όλοι χάρηκαν μα και ξαφνιάστηκαν για τή γενναιοδωρία του.Την άλλη μέρα κόπιασε κι αυτός στη μάζωξη κρατώντας μια σούβλα τυλιγμένη σε λαδόκολλα. Οι πιό βιαστικοί έσπευσαν ν' ανάψουν φωτιά. Κι αφού εκείνος χόρτασε απο τα φαγητά των άλλων, έδωσε εντολή να βάλουν το «κοκορέτσι» στη σπούρνη. Οταν το ξετύλιξαν όμως, με έκπληξή τους διαπίστωσαν πως δεν υπήρχαν παρά δυό σουφλισμένες ρέγγες. Το πάθημα των εκδρομέων έφερε γέλια μα και οργή. Στη στιγμή σήκωσαν στα χέρια τον χωρατατζή, που τόσην ώρα έπαιζε με τη λαχτάρα τους για ένα αχνιστό κοκορέτσι, και τον έριξαν στη γεμάτη νερό γούρνα.

Θανάσης Παπαθανασόπουλος -ΠΕΡΙΣΤΑ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΣ Ιστορικά - Λαογραφικά 1998

* ΙΣΤΟΡΙΚΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ * ΣΥΛΛΟΓΟΙ και ΦΟΡΕΙΣ * ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΝΤΥΜΑΣΙΕΣ * ΟΙ ΑΓΩΓΙΑΤΕΣ * ΠΟΙΜΕΝΙΚΑ * ΜΕ ΤΙ ΓΕΛΑΝΕ ΟΙ ΧΩΡΙΑΝΟΙ ΜΟΥ * ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΓΙΑΤΡΙΚΗ, ΒΟΤΑΝΑ * ΜΑΓΙΑ, ΓΗΤΕΜΑΤΑ, ΞΟΡΚΙΑ * ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ * ΦΑΓΗΤΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΤΩΝ * ΜΟΡΦΕΣ ΛΑΪΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ * ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΘΙΜΑ *ΘΡΥΛΟΙ ΤΩΝ ΚΡΑΒΑΡΩΝ


Copyright©Perista.net 2002-12