| |
Ο Φιλοπρόοδος Περιστιάνος οδοντιατρός Γ.
Μανώλης, ο οποίος με δαπάνες του ανήγειρε το νέο περικαλλές
μνημείο κοντά στη βρύση του Αγίου Αθανασίου. Το μαρμάρινο
μνημείο, έργο των καλλιτεχνών Σ. Και Θ. Φιλππότη, που
έγινε το 1981 φέρει γλυπτή παράσταση στρατιώτη και την
επιγραφή:
Αλλο ένα μνημείο
έχει στηθεί στο προαύλιο των Αγίων Αποστόλων το έτος
1985. Αυτό φέρει την εξείς επιγραφή:
Στην
μνήμη των Περιστιάνων αγωνιστών του Ιερού αγώνα (1821)
και του οπλαρχηγού
Κώστα Κεφαλιακού που έπεσε μαχόμενος στην Εξοδο του
Μεσολογγίου.
(Δαπάνη Κ. Γ. Κεφαλιακού,
Ν. Β. Κεφαλιακού) |
*
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ
ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΘΥΜΑΤΩΝ
...ΣΤΟΥΣ ΔΙΑΦΟΡΟΥΣ
ΕΘΝΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ |
| Τιμή
και δόξα στους Περιστιάνους που έπεσαν
για την πατρίδα!!! |
|
1826
''Εξωδος Μεσολογγίου''
ΝΕΚΡΟΙ: Κώστας Κεφαλιακός ( Οπλαρχηγός)
1897
ΝΕΚΡΟΙ:
Αντώνιος Βας. Καγκάνης, Γεώργιος Χρήστου Βαλαώρας,
Ιωάννης Γεωρ. Τσουγκράνης.
1912-1913 και 1918
ΝΕΚΡΟΙ:
Γεώργιος Θωμά Ζαρκαδούλας (Αετοράχη 1912), Αντώνιος
Αθαν. Θανασούλις(Αετοράχη 1912), Γ. Ν. Μπακάλης( Σερβία
1918).
ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΠΟΥ ΓΥΡΙΣΑΝ:
Ν.Χατζηνικολάου (τραυματίας Κιλκίς), Περικλής Κομματάς,
Δημ. Σπ. Πατίλης, Ι. Δημ. Βαλαώρας, Αθαν. Ι. Βαλαώρας.
1921-1922
ΝΕΚΡΟΙ:
Ν.Β.Μπέκιος (1921), Ανδρέας Αντωνίου Μανιάτης (1921),
Αθανάσιος Ν. Μανώλης (1923), Κων. Αθ. Μανιάτης (Υπολοχαγός,1924),
Αντώνιος Ι. Πατίλης ( Λοχίας 1925).
ΕΠΕΣΤΡΕΨΑΝ:
Γ. Μιχ. Φιδίας (Ανθ/γός), Παντελής Γ. Παπαδημητρίου
( Λοχίας), Αθαν. Γ. Μανιάτης (Λοχίας), Επαμινώνδας Γ.
Χατζής (Λοχίας), Δημ. Κ. Καγκάνης, Γ. Μανιάτης, Γεωρ.
Σπ. Ζαρκαδούλας, Βασίλειος Γιανόπουλος, Αθαν. Μ. Ντίνης,
Αθαν. Ν. Κομματάς, Ελευθέριος Ν. Καγκάνης, Ιωάννης Ν.
Παπακωστούλας, Χρήστος Μιχ. Φίδης (τραυματίας) Κ. Γ.
Κομματάς (αιχμάλωτος), Γ. Ν. Μανώλης.
1940-1941
NEKROI:
Κώστας Γεωρ. Χατζηνικολάου, Αλέξης Γεωρ. Χατζηνικολάου,
Βασίλης Τρύφωνα Μαυρίκης.
ΕΠΕΣΤΡΕΨΑΝ:
Γεώργ. Ζαρκαδούλας (Τραυματίας Αριστείον ανδρείας) Νικολάος
Γ. Μανιάτης, Δημ.Σπύρου Ζαρκαδούλας, Γεώργιος Ι. Πατίλης,
Γεώργιος Δ. Κεφαλιακός, Χρ. Ν. Μανώλης, Μιχαήλ Νικ.
Μανιάτης (Ρουμελιότης), Ιωαν. Γρηγ. Καγκάνης, Μιχ. Αναγνωστός,
Δημ. Ι. Καγκάνης, Κ. Ν. Χατζηνικολάου (Τραυματίας),
Αθανάσιος Καλιμάνης (Τραυματίας αριστείον Ανδρείας),
Αντώνιος Δημ. Κεφαλιακός Δεκανέας και στα Δεκεμβριανά
(1944) ταχυδρόμος του ΕΔΕΣ Αθηνών. |
Πρώτον
πολεμικόν ανακοινωθέν
Πρωί 28ης Οκτωβρίου 1940. Συγκλονιστική η δωρική λιτότητα
του κειμένου.
"Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουσιν από
της 05:30 ώρας της σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως
της Ελληνοαλβανικής Μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις
αμύνονται του Πατρίου εδάφους." |
| Διάγγελμα
Πρωθυπουργού
Συνήθως τα διαγγέλματα έχουν σκοπό να ενημερώσουν
και να εμψυχώσουν το λαό. Ο λαός μας, την χαραυγή
της 28ης Οκτωβρίου 1940, δεν χρειάζεται ενημέρωση.
Ξέρει ότι η Ιστορία -η Παγκόσμια Ιστορία- τον καλεί
να θυσιαστεί. Δεν χρειάζεται ενθάρρυνση. Τα στρατευμένα
παιδιά του σπεύδουν, "με το χαμόγελο στα χείλη", να
συναντήσουν τον εχθρό.
Ο Ι. Μεταξάς
τόνιζε:
"Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν
της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον
αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία
μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι
Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν
την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την
ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών
η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. |
Mε
την Ευχή της Μάνας |
Απήντησα
εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα
αυτό καθ' εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται
τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι
είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την
οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το
Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα,
τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις.
Νυν υπέρ πάντων ο αγών.
Ιωάννης
Μεταξάς"
|
|
Νυν
υπέρ πάντων ο αγών. |
Διάγγελμα
Βασιλέως
"Ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως σας ανήγγειλε προ ολίγου
υπό ποίους όρους ηναγκάσθημεν να κατέλθωμεν εις πόλεμον
κατά της Ιταλίας, επιβουλευθείσης την ανεξαρτησίαν
της Ελλάδος.
Κατά την μεγάλην αυτήν στιγμήν
είμαι βέβαιος ότι κάθε Έλλην και κάθε Ελληνίς θα εκτελέσωσι
το καθήκον των και θα φανώμεν αντάξιοι της ενδόξου
ημών Ιστορίας.
Με πίστην εις τον Θεόν και εις τα πεπρωμένα της φυλής,
το Έθνος σύσσωμον και πειθαρχούν ως εις άνθρωπος,
θα αγωνισθή υπέρ βωμών και εστιών μέχρι της τελικής
Νίκης.Γεώργιος Β'" |
| Διάγγελμα
Αρχιεπισκόπου
Διάγγελμα Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος.
Χρύσανθος ο από Τραπεζούντος. Ηρωική μορφή της Εκκλησίας
μας. "Προτιμώ ιπτάμενος ως αετός να πέσω, ή έρπων
να ζήσω". (Από την ενθρονιστήρια ομιλία του, όταν
έγινε μητροπολίτης Τραπεζούντος.) Θα αρνηθεί να ορκίσει
την πρώτη κατοχική κυβέρνηση (Τσολάκογλου) και θα
συμπεριφερθεί με παγερή υπερηφάνεια και αγέρωχο ύφος
στον Γερμανό στρατηγό Στούμμε, που θα τον επισκεφθεί
για να προσπαθήσει να τον μεταπείσει.
"...όπλα τα ιερά...". Ο Χρύσανθος
αισθανόταν την γοητεία που ασκεί, στις ψυχές των καλλιεργημένων
ανθρώπων, η ελληνική αρχαιότητα. Είναι γνωστό ότι
τον συγκινούσαν οι ελληνοκεντρικές ιδέες του Ίωνος
Δραγούμη και του Περικλή Γιαννόπουλου. Έτσι, δεν διστάζει
να χρησιμοποιήσει μια φράση που φέρνει, αυτομάτως,
στην σκέψη τον "ειδωλολατρικόν" όρκον των Αθηναίων
εφήβων: " Ου καταισχυνώ όπλα τα ιερά, ουδ' εγκαταλείψω
τον παραστάτην.." |
|
"Ούτοι εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις..." (Ψαλμός ιθ',
στίχος 8.)
"Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά
Η Α.Μ. ο Βασιλεύς και ο Πρόεδρος
της Εθνικής ημών Κυβερνήσεως καλούν ημάς πάντας ίνα
αποδυθώμεν εις ¶γιον υπέρ Πίστεως και Πατρίδος αμυντικόν
αγώνα.
....Η Εκκλησία ευλογεί τα όπλα τα ιερά και πέποιθεν
ότι τα τέκνα της Πατρίδος ευπειθή εις το κέλευσμα
Αυτής και του Θεού, θα σπεύσουν εν μία ψυχή και καρδία
να αγωνισθούν υπέρ βωμών και εστιών και της Ελευθερίας
και τιμής, και θα συνεχίσουν ούτω την απ' αιώνων πολλών
αδιάκοπον σειράν των τιμίων και ενδόξων αγώνων και
θα προτιμήσουν τον ωραίον θάνατον από την άσχημον
ζωήν της δουλείας. Και μη φοβούμεθα από των αποκτεινόντων
το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι, ας
φοβούμεθα δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και σώμα
απολέσαι.
Επιρρίψωμεν επί Κύριον την μέριμναν
ημών και Αυτός θα είναι βοηθός και αντιλήπτωρ εν τη
αμύνη κατά της αδίκου επιθέσεως των εχθρών. Ούτοι
εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις, ημείς δε εν ονόματι
Κυρίου του Θεού και εν τη γενναιότητι και ανδρείς
ημών μεγαλυνθησόμεθα.
Χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού
και η αγάπη του Θεού και πατρός είη μετά πάντων ημών.
Αρχιεπίσκοπος
Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρύσανθος"
|
|
Διαταγή
Αρχιστρατήγου
Διαταγή Αρχιστρατήγου Αλ. Παπάγου προς τους διοικητάς
των Μεγάλων Μονάδων. "Η λακωνική συντομία της πρώτης
αυτής διαταγής από είκοσι μία λέξεις μαρτυρεί την
άριστη, επιτελική προπαρασκευή των πολεμικών σχεδίων
της χώρας." (ΓΕΣ/ Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού: "Επίτομη
Ιστορία Πολέμου 1940-41", σελ. 42.)
"Από έκτης πρωινής σήμερον περιερχόμεθα εις εμπόλεμον
κατάστασιν προς Ιταλίαν. ¶μυνα Εθνικού εδάφους διεξαχθή
βάσει διαταγών ας έχετε. Εφαρμόσατε σχέδιον επιστρατεύσεως.
Παπάγος." |
Η
πρόθυμος και αβίαστος συμετοχή του αμάχου πληθυσμού
της Πίνδου-γερόντων, γυναικών, κοριτιών και
παιδιών- εις την υπερτατην προσπάθειαν εφοδιασμού
των μαχομένων είναι μια από τας ωραιοτέρας εκδηλώσεις
της εθνικής ανατάσεως κατα τας δραματικάς αυτάς
ημέρας.
Θ.Παπακωσταντίνου "Η μάχη της Ελλάδος"
|
|
"Πίνδος"
Οι δύο ελληνικές συλλαβές που περικλείουν το
ωραιότερο νόημα: Την ακαταμάχητη πίστη στην
ελευθερία!
(Εκθεση πολέμου Ελλάδος και θυσιών 1940-41) |
|
Ημερησία
Διαταγή Αλ. Παπάγου
"Αναλαμβάνων την αρχηγίαν του Στρατού καλώ τους αξιωματικούς
και οπλίτας του Ελληνικού Στρατού εις την εκτέλεσιν
του υψίστου προς την Πατρίδα καθήκοντος με την μεγαλυτέραν
αυταπάρνησιν και σταθερότητα. |
| Ουδείς
πρέπει να υστερήση. Η υπόθεσις του αγώνος τον οποίον
μας επέβαλεν ο αχαλίνωτος Ιμπεριαλισμός μιας Μεγάλης
Δυνάμεως, η οποία ουδέν είχε ποτέ να φοβηθή από ημάς,
είναι η δικαιοτέρα υπόθεσις την οποίαν είναι δυνατόν
να υπερασπισθή ένας Στρατός. |
Πρόκειται
περί αγώνος υπάρξεως. Θα πολεμήσωμεν με πείσμα, με αδάμαστον
εγκαρτέρησιν, με αμείωτον μέχρι τελευταίας πνοής ενεργητικότητα.
Έχω ακράδαντον την πεποίθησιν ότι
ο Ελληνικός Στρατός θα γράψει νέας λαμπράς σελίδας εις
την ένδοξον ιστορίαν του Έθνους. |
"Oμπρός,κ΄η
Ελλάδα σηκώθηκε και διασκορπάει τα σκότη! Ανάστα,
η Ανθρωπότης, κι ακολούθα την ...Ομπρός!"
Α. Σικελιανός |
|
Του
λοιπού δεν θα λέγεται ότι οι Έλληνες επολέμησαν
σαν ήρωες, αλλά ότι οι ήρωες επολέμησαν σαν
Έλληνες.
(Εφημ."Manchester Guardian", 19-4-41) |
|
Μην αμφιβάλλετε ότι τελικώς θα επικρατήσωμεν, με την
βοήθειαν και την ευλογίαν του Θεού και τας ευχάς του
Έθνους. Έλληνες αξιωματικοί και οπλίται φανήτε ήρωες."
Τα
μετόπισθεν στον αγώνα:
Η διαμαρτυρία των Ελλήνων διανοουμένων
"Είναι δύο εβδομάδες τώρα, που ένα τελεσίγραφο μοναδικό
στα διπλωματικά χρονικά των Αθηνών για το περιεχόμενον,
την ώρα και τον τρόπο που το παρουσίασεν η Ιταλία
κάλεσε την Ελλάδα να της παραδώση τα εδάφη της, να
αρνηθή την ελευθερία της και να κατασπιλώση την τιμή
της.
Οι Έλληνες δώσαμε στην ιταμή αυτή
αξίωσι της φασιστικής βίας, την απάντησι που επέβαλαν
τριών χιλιάδων ετών [σημ. Φ.Μ.: και πλέον] παραδόσεις,
χαραγμένες βαθειά στην ψυχή μας, αλλά και γραμμένες
στην τελευταία γωνιά της ιερής γης με το αίμα των
μεγαλυτέρων ηρώων της ανθρωπίνης ιστορίας. Και αυτή
τη στιγμή κοντά στο ρεύμα του Θυάμιδος και στις χιονισμένες
πλαγιές της Πίνδου και των Μακεδονικών βουνών πολεμούμε,
τις περισσότερες φορές με τη λόγχη, αποφασισμένοι
να νικήσουμε ή να αποθάνουμε μέχρις ενός.
|
| Αυτό
το λόγο θα σας πώ δεν έχω άλλο κανένα μεθύστε
με το αθάνατο κρασί του εικοσιένα! .....Κ.
Παλαμάς |
|
"Ούτοι
Εν ¶ρμασι και Ούτοι εν Οίποις.
Ημείς δε εν Ονόματι Κυρίου Του θεού" |
|
Σ' αυτό τον άνισο σκληρότατο αλλά πεισματώδη αγώνα,
που κάνει τον λυσσασμένο επιδρομέα να ξεσπάζη κατά των
γυναικών, των γερόντων και των παιδιών, να καίη, να
σκοτώνη, να ακρωτηριάζη, να διαμελίζη τους πληθυσμούς
στις ανοχύρωτες και άμαχες πόλεις μας |
και
στα ειρηνικά χωριά μας, έχουμε το αίσθημα ότι δεν
υπερασπιζόμαστε δική μας μόνον υπόθεσι: Ότι αγωνιζόμεθα
για την σωτηρία όλων εκείνων των Υψηλών αξιών που
αποτελούν τον πνευματικό και ηθικό πολιτισμό, την
πολύτιμη παρακαταθήκη που κληροδότησαν στην ανθρωπότητα
οι δοξασμένοι πρόγονοι και που σήμερα βλέπουμε να
απειλούνται από το κύμα της βαρβαρότητος και της βίας.
Ακριβώς αυτό το αίσθημα εμπνέει το θάρρος σε μας τους
Έλληνες διανοουμένους, τους ανθρώπους του πνεύματος
και της τέχνης, ν' απευθυνθούμε στους αδελφούς μας
όλου του Κόσμου για να ζητήσουμε όχι την υλική αλλά
την ηθική βοήθειά τους. Ζητούμε την εισφορά των ψυχών,
την επανάστασι των συνειδήσεων, το κήρυγμα, την άμεση
επίδρασι, παντού όπου είναι δυνατόν, την άγρυπνη παρακολούθησι
και την ενέργεια για ένα καινούργιο πνευματικό Μαραθώνα
που θα απαλλάξη τα δυναστευόμενα Έθνη από τη φοβέρα
της πιο μαύρης σκλαβιάς που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος.
Κωστής
Παλαμάς, Σπύρος Μελάς, ¶γγελος Σικελιανός, Γεώργιος
Δροσίνης, Σωτήρης Σκίπης, Δημήτριος Μητρόπουλος,
Κ. Δημητριάδης, Νικόλαος Βέης, Κ. Παρθένης, Ιωάννης
Γρυπάρης, Γιάννης Βλαχογίαννης, Στρατής Μυριβήλης,
Κώστας Ουράνης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Γρηγόριος Ξενόπουλος,
Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, Αρίστος Καμπάνης.
Εφημερίδα
"Νέα Ελλάς", 10 Νοεμβρίου 1940
|
| *
Η
ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ Του
Οδυσέα Ελύτη |
Ξημερώνοντας
τ' Αγιαννιού, με την αύριο των φώτων, λάβαμε τη διαταγή
να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν εχει
καθημερινές και σκόλες.Επρεπε, λέει, να πιάσουμε τις
γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, απο Χειμάρρα
ως Τεπελένι. Λόγω πού εκείνοι πολεμούσανε απ' την πρώτη
μέρα, συνέχεια, και είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και
δεν αντέχανε άλλο.
Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά.
Κι απάνω που συνήθιζε τ' αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα
της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου
ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη,
λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό
και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο
των πολυβόλων.
Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω
απ' τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι
από τη λάσπη, όπου, φορές, εκατοβούλιαζε ίσαμε το γόνατο.
Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς
μες στην ψυχή μας.
Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε,
μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχοι σοβαροί κι αμίλητοι,
φέγγοντας μ' ένα μικρό δαδί, μια-μια εμοιραζόμασταν
τη σταφίδα. Ήφορες πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά
τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να
τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το
λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ' την κούραση ανυπόφερτο.
Τέλος, κάποτε, ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα,
σημάδι οτι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε
μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας
βάλουνε στόχο τ' αεροπλάνα.
Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως
τό 'χε συνήθιό του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το
φως. Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι
από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και
τα πουλιά μάς θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα
λόγια τους - ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την
πλάση.
¶λλης λογής εμείς χωριάτες, μ' άλλω λογιώ ξινάρια και
σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα νά 'ναι.
Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά
κοιτάξει σε καθρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου
μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι τα γνώριμα παλιά
σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το
χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα
σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την
ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν είμασταν οι ίδιοι.
Μόνο σα να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ'
όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρων
κι άλλοι πολλά παλιών, πού 'χαν λευκάνει απ' τα περίσσια
γένια.
Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες
θεριά, λοχίες του 97 ή του 12, μπαλτατζήδες βλοσυροί
πάνου απ' τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι
με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων.
Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας
πλάι-πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως
να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί καθώς όταν βαρούν
απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα,
συνήθαν στο Κάκο, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο
ή Μοίρα - έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ'
αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύννεφο.
Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι απο τη λάσπη όπου πολλές
φορές εκατοβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά,
ψιχάλιζε στους δρόμους έξω καθώς μες στην ψυχή μας.
Κι ότι ήμασταν σιμά πολυ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές
και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς
και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος
πέρα, κάτι σαν πίσω απ' τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο
που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ
των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων.
Ύστερα κάι γιατί ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν' απαντούμε,
απ' τ' άλλο μέρος vά 'ρχονται, οι αργές οι συνοδείες
με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι
νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιώνιο,
φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο
για τσιγάρο. Κι όπου σαν ακούγανε για που τραβούσαμε,
κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία
και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες
οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη
από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι. "Όι, όι μάνα μου","
όι, όι μάνα μου", και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό
μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που 'λεγαν, όσοι ξέρανε,
είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου. Ήταν φορές που έσερνανε
μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες
πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα.
Βρωμούσανε κρασί τα χνώτα τους, κι οι τσέπες γιομάτες
κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα
τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας κι εκείνα
ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.
Τέλος κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν
μεριές-μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες,
λαμπερές φωτοβολίδες. |
| *
Πως
Τραγουδήθηκε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος |
Ενθαρρυντικά
λόγια κοπελιάς προς τον φαντάρο αγαπητικό της |
Ποτέ
κανένας πόλεμος Ελληνικός δεν τραγουδήθηκε με τέτοιο
πάθος ηρωικό από τη δημοτική μας Μούσα, όσο ο πόλεμος
του 1940-41. Μέσα από τις φλόγες και τα χαλάσματα, μέσα
από τους πόνους, τα δάκρυα και τις αυτοθυσίες ξεπήδησαν
τα ορμητικά ποιήματα, που μιλούν για τον τον ηρωισμό
την αυτοθυσία και τον θάνατο των παλικαριών στην μπόρα
του πολέμου. Πλήρωσε και η Περίστα πολύ ακριβά την λαίλαπα
του άδικου και άνισου αυτού πολέμου με θύματα και τραυματίες.
Πολλά παλικάρια της παρασημοφορήθηκαν από την πατρίδα
Ελλάδα με το "αριστείον Ανδρείας"
Το
Παρακάτω ποίημα μιλά για τον θάνατο των αδελφών Αλέξη
και Κώστα Γ. Χαντζηνικολάου.Ο πρώτος ήταν νιόπαντρος
και σκοτώθηκε τον Δεκέμβρη του 1940. Ο δεύτερος σκοτώθηκε
τον Γενάρη του 1941. Το ποιημα γράφτηκε στην Περίστα
Ναυπακτίας τον Γενάρη του 1971 εις μνήμη του Αλέξη και
Κώστα Γ. Χαντζηνικολάου απο τον Τρύφωνα Χαντζηνικολάου
που το εμπνεύστηκε από τα μοιρολόγια της θείας του ¶ννας,
(μητέρας του Αλέξη και του Κώστα) και της Αγγελικής,
γυναικας του Αλέξη και νιόπαντρη.
|
|
Να μην μου πουν πως τρόμαξες
την ώρα που περνούσες
απο την κοιλάδα του Ελμπασάν
κι από τις στενές Βαρούσες
Σε θέλω νάρθεις όμορφος,
με τη χαρά στα μάτια,
όπως ερχόσουν κάποτε
από τα μονοπάτια.
Να
μου φωνάξεις σαν σε δω
μες το γλυκό το γιόμα,
"ο πόλεμος με τσάκισε
μα σ΄ αγαπώ ακόμα".
|
| Mάνα
και νύφη θλίβονται |
|
Ροβόλησα
στην Παλιοφτιά
και φτάνω στην Σφανδρίπα
μα πουθενά δεν άκουσα
καμιά φωνή αντρίκια.
Και δυό γυναικες συναντώ
δεν σταματούν το κλάμα,
μάνα και νύφη θλίβονται
μοιρολογούν αντάμα
-Γιατί γυναίκες θλίβεστε
γιατί μυρολογάτε
και τον βαρύν τον πόνο σας
στις ρεματιές σκορπάτε; |
Κι
η δόλια μάνα απάντησε
κι η δόλια μάνα λέει:
-Λέμε τραγούδια θλιβερά
τραγούδια του πολέμου,
δακρύζουν δένδρα και βουνά
ραγίζουν τα λιθάρια,
στην Αλβανία έχασα
δυός γιούς, δυό παληκάρια.
Τρύφων
Χαντζηνικολάου
Περίστα 1971
|
|
*
Στη Φωτογραφία ο
τρίτος αδελφός (Εύζωνας στα Ανάκτορα) και ο μόνος
στη ζωή Πέτρος Γ, Χαντζηνικολάου,ο αγαπητός σε
όλους,πετυχημένος έμπορας, |
|
καλός οικογενειάρχης και εξαίρετος Περιστιάνος. |
|
| Ο
Θρήνος μιας Μάνας Για τη Σφαγή του Γράμμου |
| Μια
μάνα κάθεται ψηλά πάνω σε μιά ραχούλα
και κλαίει και οδύρεται για το χαμό του γιού της
Του γιού της του μονάκριβου που βόλι πικρό τον
βρήκε
Πήρε ντουφέκι κι άρματα κι αυτός όπως κι οι άλλοι
για να χαρεί τη λευτεργιά το δίκιο να βοηθήσει
που κινδυνεύαν και τα δυό από ξένους κ΄από ντόπιους
Καταραμένοι νάναι οι ξένοι κι ανάξιοι οι ντόπιοι
που φέρανε τον διχασμό στα άγια χώματά μας.
Μας χώρισαν, μας ρήμαξαν κατέσρεψαν τα πάντα
Γιόκα μ΄ πως σε μεγάλωσα απο μικρό παιδάκι
να περπατάς ορθός ορθός με λεβεντιά και χάρη,
να πιάνεις τις ραχούλες, να τραγουδάς και να σφυράς
και να γελάει ο τόπος.
Και τώρα κλαίω η άμοιρη σαν τη φτωχή τρυγόνα
και σου γροικώ στον ύπνο μου τα σβέλτα βήματά σου
και μένω ξύπνια ολονυχτίς νομίζω πως θε νάρθεις.
|
Ποιάς
μάνας γιός νάταν αυτός που σούριξε το βόλι;
αυτό το βόλι το πικρό απ΄την αντίπερα μεριά;
Αρα να μη στοχάστηκε πως αδελφό σκοτώνει
καμάρι κι αναστέναγμα κάποιας μαννούλας άλλης
που τόχε σαν βασιλικό μοσχοβολιά στη γλάστρα
για να περνούν οι μορφονιές τους κλώνουςνα χαϊδεύουν;
Το φονικό εγένηκε στου Γράμμου τις ραχούλες.
Πολλές μανούλες κλάψανε νέοι πολλοί χαθήκαν.
Κατάρα και ανάθεμα σ΄αυτούς που το θελήσαν τ΄αδέλφια
να σκοτώνονται
και οι κορφές και οι πλαγιές νάναι σπαρμένοι τάφους.
Σκότωνε αδελφός τον αδελφό πατέρας το παιδί του
κι οι ξένοι που μας έβαλαν χαιρόταν η ψυχή τους.
Και τώρα οι νέοι αν στοχαστούν, αν παραδειγματιστούνε
απ΄το κακό που έγινε τους ντόπιους σπιούνους
πια
να μην ακούν τους ξένους να κλωτσήσουν.
Γεώργιος Θανασούλης, Montreal Canada
|
| *
ΟΙ
ΚΑΠΕΤΑΝΑΙΟΙ Της Περίστας
(1943 - 1945 και 1947 - 1949) |
Καπετάν
Ρουμελιώτης - Μιχαήλ Ν. Μανιάτης (1915-1949)
Καπετάν Ζαχαριάς - Μιχαήλ Ι. Ταρκαζίκης (1914-1949) |
Στο
σημερινό ξακουστό χωριό Περίστα της ορεινής Αιτωλίας
και Επαρχίας Ναυπακτίας οι πρώτοι κάτοικοι πρέπει να
ήρθανε γύρω στην δεκαετία του 1680 και μέχρι το έτος
1780 στην Περίστα ξεφύτρωσαν 150 οικογένειες και δύο
απ΄ αυτές ήταν η οικογένεια Μανιάτη που ήρθε απο την
Μάνη της Λακωνίας και η οικογένεια του Ταρκαζίκη που
ήρθε από τις εύπορες πεδιάδες του Αγρινίου καταδιοκόμενοι
από τους Τούρκους για επαναστατική δραστηριότητα.
Τα
σπίτια των Μανιαταίων και Τρακαζικαίων βρίσκονται στην
κάτω αγορά και το πρώτο Μανιαταίϊκο σπίτι ήταν διόροφο,
όπου στο ισόγειο λειτουργούσε Χασαποταβέρνα και ο ιδιοκτήτης
στα χρόνια 1890 - 1930 ο Μπαρπα-Θανάσης Ν. Μανιάτης
διακρίθηκε ως φιλόσοφος και καλοκάγαθος ταβερνιάρης.
Η ταβέρνα του Μπάρπα-Θανάση από το 1930
πέρασε στα χέρια του γιου του Νικολάου πατέρας του ΚΑΠΕΤΑΝ
ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗΣ με το κοσμικό όνομα Μιχάλης.
|
|
|
| Ο
Καπετάν-Ρουμελιώτης
με την Καπετάνησα |
Καπετάν
Ζαχαριάs
Μιχαήλ Ι. Ταρκαζίκηs |
Εκεί
στην ταβέρνα μαζευόντουσαν οι Δημογέροντες της Περίστας
και μεταξύ κρασιού, κοκορέτσι και σπληνάντερο διηγούνταν
νόστιμες φανταστικές ιστορίες για Στοιχειά για Νεράϊδες
και βρικολακιασμένους πεθαμένους. Ταυτόχρονα τραγουδούσαν
τραγούδια Κλέφτικα, τραγούδια της παλικαριάς, τραγούδια
για τους σκοτωμένους Καπεταναίους, για τον έρωτα και
τέλος τραγούδια για τους τσελιγγάδες για τα βοσκόπουλα
και για τις βλαχοπούλες που ήταν γεμάτα λυρισμό και
νόημα.
Στα χρόνια της Ελληνικής Απελευθερωτικής Επανάστασης
1821 - 1829 πολλοί λεβέντες Μανιαταίοι και λεβέντες
Ταρκαζικαίοι της Περιστας έλαβαν μέρος στον Απελευθερωτικό
Αγώνα και οι δύο αυτές οικογένειες απέχτισαν την μεγάλη
φήμη ως οικογένειες μεγάλων ενδόξων πολεμιστών.
Από το 1930 και μετέπειτα τα χρόνια περνούσαν πότε με
γλέντια και χαρές και πότε με δυσκολίες και έφθασαν
τα δοξασμένα χρόνια 1912-1913 που οι Έλληνες της τότε
Μικρής Ελλάδας Πελοποννήσου και Στερεάς Ελλάδας ή Ρούμελης,
πολέμησαν γενναία και απελευθέρωσαν την σημερινή Ελεύθερη
Ήπειρο, την σημερινή Ελληνική Μακεδονία και την σημερινή
Δυτική Θράκη όπου αν δεν βάζανε φραγμό οι Δυτικές Μεγάλες
Δυνάμεις ο τότε Γενναίος Ελληνικός Στρατός θα απελευθέρωνε
πολλά ακόμα Ελληνικά εδάφη που κατέχουν ακόμα τα τέσσερα
(4) Γειτονικά μας Κράτη. |
ΟΙ ΚΑΠΕΤΑΝΑΙΟΙ ΤΗΣ
ΠΕΡΙΣΤΑΣ
(1943 - 1945 και 1947 - 1949)
Τηράτε εκεί στον ¶ννινο διαβαίνει ο Ρουμελιώτης
και τραγουδά ο Ζαχαριάς κι αυτός ο Κρυκελιώτης.
Κρατούν στα χέρια τ΄ άρματα κι αστράφτουν τα σπαθιά
τους
και την Περίστα χαιρετούν ραγίζεται η καρδιά τους.
Τηράτε εκεί στον ¶ννινο αντάρτες τραγουδάνε
πάνε για την Σαράντινα αρνιά ψητά να φάνε.
Εκεί θα κάνουν πόλεμο το χάρο να νικήσουν
για να του πάρουν τ΄ άρματα να τον αιχμαλωτίσουν.
Κι ο χάρος σαν το έμαθε τους έστησε καρτέρι
τη λεβεντιά τους θέρισε εκεί ψηλά στη φτέρη.
Τρ. Χαντζινικολάου,
Οκτώβρης, 1971
|
Στους
απελευθερωτικούς πολέμους του 1912 - 1913 πολλοί Λεβέντες
Περιστιάνοι πολέμησαν γενναία μεταξύ αυτών και ο Λοχίας
Κωσταντίνος Αθανασίου Νανιάτης γιος του Μπάρπα-Θανάση
του ταβερνιάρη. Ο Κώστα έμεινε στο Στράτευμα και έφθασε
στο βαθμό του Υπολοχαγού και σκοτώθηκε σε μια στιγμιαία
μάχη μεταξύ των Ελλήνων και Τούρκων στα Ελληνοτουρκικά
σύνορα στον Εύρο ποταμό το 1924, οι δε Αντώνιος Αθαν.
Θανασούλης εθελοντής εξ Αμερικής και ο Γεώργιος Ζαρκαδούλας
σκοτώθηκαν στην μάχη του Μπιζανίου έξω από τα Γιάννενα
και ο πατέρας του γράφοντος ο Νικόλαος επίσης εθελοντής
εξ Αμερικής τραυματίσθηκε στη μάχη του Λαχανά κυνηγώντας
τα Βουλγαρικά Στρατεύματα.
Μετά
τους βαλκανικούς πολέμους 1912-1913 και την Μικρασιατική
εκστρατεία οι Έλληνες τον Οκτώβριο του 1940 πολέμησαν
γενναία κατά των Ιταλικών Στρατευμάτων που τόλμησαν
να εισβάλουν στο Ελληνικό έδαφος στις 28 Οκτωβρίου 1940.
Στον νικηφόρο αυτόν για τους Έλληνες πόλεμο έλαβαν μέρος
εξήντα και πλέον παλικάρια της Περίστασς και τέσσερα
απ΄ αυτά οι αδελφοί Αλέξης και Κώστας Γ. Χαντζινικολάου
και τα εξαδέλφια Κώστας Γ. Μαυρίκης και Βασίλης Τρ.
Μαυρίκης έπεσαν ηρωικώς μαχόμενοι στα βουνα της Βορείου
Ηπείρου που δυστυχώς οι Μεγάλες δυνάμεις την έχουν παραχωρήσει
στην γειτονική Αλβανία.
|
Σε
αυτόν τον Ελληνο-Ιταλικόν πόλεμο 1940-1941 πολέμισαν
με αυταπάρνηση και τα δύο παλικάρια από τις οικογένειες
των Μανιαταίων και των Ταρκαζικαίων και τα παλληκάρια
αυτά ήσαν ο Μιχάλης Ν. Μανιάτης και ο Μιχάλης Ιωάννου
Ταρκαζίκης.
Τα δύο αυτά παλικάρια αρχάς του έτους 1943 ήσαν οι πρώτοι
Περιστιάνοι που εισχώρησαν στις Ελληνικές Αντάρτικες
Δυνάμεις που συγκροτήθηκαν για να συμβάλουν στον αγώνα
όλων των Δυτικών και Ανατολικών Ευρωπαϊκών Κρατών για
να εκδιώξουν τα Χιτλερικά Γερμανικά Στρατεύματα που
είχαν εξαπλωθεί σε όλη την Ευρωπαϊκή Ήπειρο.
Οι Αρχη-Καπεταναίοι Έλληνες εκτίμησαν την αφθόρμητον
προσχώρηση και την Γενναιότητα σε πολλές μάχες εναντίων
των Γερμανικών Στρατευμάτων, τους ανέθεσαν την Διοίκηση
Μεγάλων Ανταρτικών Ομάδων και τους βάπτισαν Καπεταναίους
με τα τιμητικά ονόματα, τον μεν Μιχάλη Νικ. Μανιάτην
ως Καπετάν Ρουμελιώτη, τον δε Μιχάλη
Ι. Ταρκαζίκη ως Καπετάν Ζαχαριά |
ΤΟ
ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΤΟΥ ΚΑΠΕΥΤΑΝ ΖΑΧΑΡΙΑ
(Της Ταρκαζικο-Γιάνναινας) |
| Σε
καρτερώ παιδάκι μου, σε καρτερώ παιδί μου
για νάρθεις πάλι στο χωριό για νάρθεις στην
αυλή μου.
Κι
αν τουφεκιές σου ρίξανε και είσαι λαβωμένος
κράτα σφιχτά τον πόνο σου και στάσου αρματωμένος.
Θαρθώ
κι εγώ φτερουγιστή με αθάνατο βοτάνι,
να πλύνω τη λαβωματιά κι ο πόνος σου να γιάνει.
Κι αν σκοτωμένος βρίσκεσαι σε μια ψηλή ραχούλα
θα θάψω το κορμάκι σου σε μια κρυοβρυσούλα. |
Κι
απ΄ απάνω από το μνήμα σου αετοί να φτερουγίζουν
και πέρδικες πολύχρωμες για σε να κελαϊδίζουν.
Κι
απ΄ τα δικά μου δάκρυα το χώμα να δροσίζω
και σαν τρυγόνα θλιβερή στις ράχες να γυρίζω.
Να
σε ξυπνά το διάβα μου, τα θλιβερά τραγούδια
κι απάνω από το μνήμα σου ν΄ αφήνω τα λουλούδια.
Λουλούδια
που τα φύτευες με τα δικά σου χέρια
και τώρα ψάχνω να σε βρω στ΄ αντάρτικα λημέρια. |
|
Δυστυχώς
όμως όταν έφυγαν τα κατοχικά Γερμανικά Στρατεύματα ο
Ελληνικός λαός διχάστηκε σε αριστερούς και δεξιούς και
η διαμάχη συνεχίσθηκε για πολλά χρόνια με δεκάδες χιλιάδες
σκοτωμένους Έλληνες.
Για να εξηγήσουμε τα αίτια του εμφύλιου Ελληνικού πολέμου
χρειάζονται εκατοντάδες δακτυλογραφημένες σελίδες για
τούτο περιορίζουμε τα γραφόμενά μας μόνον στην ανθρωπιά
που δείξανε οι Καπεταναίοι της Περίστας που για πολλούς
και διάφορους λόγους προτίμησαν να ενταχθούν στις Αριστερο-Κουμουνιστικές
ανταρτικές ομάδες που όπως οι Ακροδεξιές ομάδες έτσι
και οι αριστερές ομάδες στις περισσότερες περιπτώσεις
διακρίθηκαν για τα βάρβαρα αισθήματά τους και κατακρεούργησαν
χιλιάδες αθώους Έλληνες.
Αντίθετα οι Καπεταναίοι της Περίστας όπως μου διηγήθηκαν
αρκετοί συμπατριώτες μου Ρουμελιώτες της Δεξιάς παράταξης
με την προσωπική τους επέμβαση γλίτωσαν πολλούς δεξιούς
από την βέβαιο βασανιστηκό θάνατο από τους φανατικούς
αριστερούς αντάρτες.
Οι δύο Καπεταναίοι ης Περίστας πιστοί στα οράματα για
μια καινούργια Ελλάδα με πραγματική δικαιοσύνη και σωστή
διανομή του Εθνικού πλούτου προτίμησαν να μην εγκαταλείψουν
τις ανταρτικές ομάδες και χάθηκαν κάπου στα βουνά της
Ρούμελης και για την ακρίβεια στα βουνά της Ευρυτανίας
και κάπου εκεί γύρω στα ξακουστά Χωριά Δομνίτσα και
Κρύκελλο.
Αντίθετα πολλοί άλλοι Καπεταναίοι και αντάρτες διέφυγαν
στα Ανατολικά κομμουνιστικά κράτη όταν διαπίστωσαν πως
δεν υπήρχαν ελπίδες να καταλάβουν την κρατική εξουσία,
εγκατέλειψαν τον ένοπλο αγώνα τον Αύγουστο του έτους
1949 και επανήλθαν το 1975 με την πολιτική αμνηστία
και τώρα πολιτεύονται ελεύθερα.
Για τους καπεταναίους της περίστας και για να τιμήσω
την Μνήμη τους και την ανθρωπιά τους εμπνεύστηκα μερικά
ποιήματα που διερμηνεύουον τα μοιρολόγια των μητέρων
των καπεταναίων όταν τους καρτερούσαν και δεν φαινόντουσαν
να ξεγναντίσουν με τον ερχομό τους στην Γκιώνα που είναι
η ψηλότερη κεντρική είσοδος προς το ιστορικό και θρυλικό
χωριό την Περίστα Ναυπακτίας.
|
|
|