| -O- Ο χορτάτος τον πεινασμένο δεν τον πιστεύει. Ο πνιγμένος απ' τα μαλλιά του πιάνεται. Ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται. Ο λύκος από τα μετρημένα τρώει. Ο καλός ο καπετάνιος στην φουρτούνα φαίνεται. Ο καλός ο μύλος τ' αλέθει όλα. Ο κόσμος το 'χει τούμπανο και 'μεις κρυφό καμάρι. Ο νηστικός καρβέλια ονειρεύεται. Ο πεινασμένος γάιδαρος, ξυλιές δε λογαριάζει. Ο διακονιάρης τα μπροστινά σακούλια βλέπει. Ο κακός χρόνος περνάει, ο κακός γείτονας δεν περνάει. Ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται. Ο τεμπέλης κι ο φαγάς ή χωροφύλακας ή παπάς. Ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του, ούτε τη γνώμη άλλαξε ούτε την κεφαλή του. Ο βήχας κι ο παράς δεν κρύβονται. Ο παπάς πρώτα βλογάει τα γένια του. Ο τρελός είδε το μεθυσμένο και φοβήθηκε. Ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται. Ο λόγγος δεν εφοβήθει το τσεκούρι μα το στειλιάρι. Ο λόγος σου με χόρτασε και τα ψωμί σου φάτο. Ο Φλεβάρης και αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα θυμίσει μα σαν τύχει και θυμώσει μες στα χιόνια θα μας χώσει. Ο ύπνος θρέφει μάγουλα και ξεγυμνώνει κώλους. Ο ύπνος θρέφει τα μωρά κι ο ήλιος τα μοσχάρια. Ο Μανόλης με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια. Οι φίλοι γίνονται φίδια. ΟΙ τριφτάδες κι ο χυλός ώσπου να σηκωθείς ορθός. Όλα του γάμου δύσκολα κι η νύφη γκαστρωμένη. Ο ψύλλος και το βασιλιά σηκώνει. Όλα τα είχε η Μαριωρή ο φερετζές της έλειπε. Όλα τα γουρούνια μία μύτη έχουνε. Όλα τα πουλιά πάν' κι έρχονται κι ο σπουργίτης μένει. Όλοι αντάμα κι ψωριάρης χώρια. Όλοι κλαίν τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τ' αυλάκι. Όποιος μπαίνει στο χορό, χορεύει. Όποιος έχει καεί από τη κουρκούτι φυσάει και το γιαούρτι. Όμοιος τον όμοιο κι η κοπριά στα λάχανα. 'Οπως έστρωσες θα κοιμηθείς. Όποιος δεν έχει μυαλό έχει ποδάρια. Όποιος φτύνει κατά πάνω φτύνει τα μούτρα του. Όποιος πάει ανάγυρα πάει σπίτι του. Όποιος δεν μιλάει το θάφτουν ζωντανό. Όποιος βαριέται να ζυμώσει πέντε ημέρες κοσκινάει. Όποιος κατουράει στη θάλασσα το βρίσκει στ' αλάτι. Όποιος κεντάει το γάιδαρο μυρίζεται τις πορδές του. Όποιος πηδάει παλούκια του μπαίνει κι ένα στον κώλο. Όποιος πίνει βερεσέ μεθάει δυό φορές. Όποιος σκάβει το λάκκο τ' αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα. Όποιος έχει αμπέλι, ας βρει δραγάτη. Όποιος νύχτα περπατεί λάσπες και σκατά πατεί. Όποιος έχει τα γένια έχει και τα χτένια. Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες. Όπου λαλούν πολλά κοκόρια αργεί να ξημερώσει Όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά. Όπου ακούς πολλά κεράσια κράτα και μικρό καλάθι. Όπου φτωχός κι η μοίρα του. Όπως μου βαράνε χορεύω. Όρκος του ρωμιού, πόρδος του γουρνιού. Όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος. Όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια. Όση ώρα μίλαγες πατέρα, ξέρεις πόσες μύγες έχαψε ο σκύλος; Όσο είν' ο νους μου στο χωράφι τόσα βόϊδα να βρεθούνε. Όταν πέσει το δέντρο, ο καθένας κόφτει ξύλα. Όταν ακούς την αρκούδα στου γείτονα την αυλή, καρτέρα τη και στη δική σου. Όταν ανακατώσεις τα σκατά, βρωμάνε. Ότι φάμε, ότι πιούμε κι ότι αρπάξει ο κώλος μας. Οταν τρωμε δεν μιλάμε. Ότι γυαλίζει δεν είναι χρυσός. Ότι έσπειρες θα θερίσεις. Ότι μικρομάθαινες, δεν τα γεροντάφηνες. Ούτε ψύλλος στον κόρφο του. Ούτε κότες έχω ούτε με την αλουπού μαλώνω. |