| Αν
ήταν να σου πω το πόσο υπερήφανος είμαι για την καταγωγή
μου, θα σου έλεγα: Μη το ψάχνεις γιατί μπορείς και μόνος
σου να το βρείς, αρκεί και μόνο, να κλείσεις για μια
στιγμή τα μάτια σου και να σκεφτείς, ψιθυρίζοντας την
λέξη Πατρίδα! Κι΄ακόμη την λέξη που ονομάζεται το χωριό
σου! |
|
| Από
12 χρονών έφυγα, η φτώχεια ήταν απλωμένη παντού σαν
την ακρίδα, η ξυπολυσιά και το ψωμί ...λίγο!!! Κι΄ έτσι
για το μικρό μου το χωριό την Περίστα, ήταν στο πρόγραμμα:
Σαν το παιδί τελειώσει το δημοτικό,
έλεγαν οι μεγάλοι, να φύγει! |
Αλλοτινές
μου εποχές.. αλλοτινοί μου χρόνοι...
ερωτικές μου συντροφιές, ερωτικοί μου πόνοι...
αχ και να ρχόσαστε ξανά!.... |
 |
 |
Είχα
την τύχη να πάω στο Γυμνάσιο, όχι μακριά απο το χωριό,
στο κοντινότερο μέρος το Θέρμο, 32 χιλιόμετρα δρόμο.
....τρίς ώρες στους τότε κατσικόδρομους με το αυτοκόνητο
(καρνάβαλος), ...έξη ώρες με τα πόδια, δεν ήταν λίγες
φορές που περπάτησα αυτήν την διαδρομή μαζί με άλλα
παιδάκια γειτονικών χωριών. Τρία χρόνια στο Θέρμο
με 100 δραχμες τον μήνα σε ενοικιασμένο δωμάτιο και
περιμένοντας το "σακούλι" από την Περίστα
που η Μάνα ετοίμαζε με τα "καλούδια", τα
φρεσκοπλυμένα και μπαλωμένα ρούχα. |
Μετά
η συνέχεια του Γυμνασίου στην Ναύπακτο . (Το Γυμνάσιο
ηταν 6τάξιο)
Δεκαεπτά και μισό ήμουν που έκανα τα τελευταία μου
Χριστούγεννα στην Ελλαδα.
Παραμονές πρωτοχρονιάς στις 30 Δεκέμβρη 1968 ημέρα
Δευτέρα έφυγα από την Περίστα, Μιά χιονισμένη μέρα
που ποτέ δεν θα ξεχάσω, Στις 31 Δεκέμβρη ημέρα Τρίτη,
έφυγα από την Ελλάδα!!!
"Να φύγεις κι εσύ όπως τα αδέλφια σου να γλιτώσεις!"
έλεγε η μακαρίτισσα η μάνα μου.
" Να φύγεις παιδάκι μου και να ρίξεις
μαύρη πέτρα πίσω σου", μου είπε μια
σεβαστή γερόντισσα της γειτονιάς μου.
Έτσι κι εγώ, σαν ήρθε και η δική μου ώρα να φύγω...
με ξ έβγαλε η μάνα μου με κλάματα, χαράματα στις 5:00
το πρωί στο Εικόνισμα. (Εικόνισμα των στεναγμών το
λενε οι ξενιτεμένοι χωριανοί μου) στον δρόμο για τον
Πλάτανο, και μαζί με την μακαρίτισσα Ουρανία καβάλα
στο μουλάρι για το διπλανό χωριό. Από εκεί θα έπερνα
το λεωφορείο για Ναύπακτο και μετά για την Αθήνα.
|
 |
 |
 |
Όμως,
καθώς που φθάσαμε σχεδόν στο σκαπέτισμα του χωριού
στον Ζυγό στην Αγιά Σωτήρα, της ζήτησα με μεγάλη ...επισημότητα
να σταματήσουμε για μια στιγμή. Η καημένη σεβαστή
μου Ουρανία, ποιός ξέρει, θα νόμισε πως θα ΄χα κάποια
ανάγκη φυσική, κι΄ έτσι σταμάτησε.
Όμως εγώ, παρ ότι μια ...σταλιά άνθρωπος:
"Θεατρίνος ! παιδάκι μου..." έλεγε
πάντα η μάνα μου όταν μιλούσε για μένα... Απ΄ ότι
φαίνεται, την είχα δέσει "κλωνιά" την κουβέντα
της γερόντισσας... |
|
και κατεβαίνοντας από το μουλάρι, προχωράω πίσω
δύο βήματα, παίρνω μια πέτρα και την πετάω μ όλη
μου την παιδική δύναμη, ίσια προς το χωριό: "
Μαύρη πέτρα! " φώναξα. Χωρίς
καλά - καλά να καταλαβαίνω τι σήμαιναν όλα αυτά.Να
ήτανε άραγες από την γερόντισσα αυτό μου το καμωμα?
Αναρωτιέμαι ακόμα και σήμερα... ή μήπως να κάνω
και λίγο τον "καμπόσο" που μ΄έλεγε θεατρίνο
η μάνα μου? Ποιός ξέρει!...Πάντος το έκανα.
Η καημένη Θειά-Ουρανία (έτσι την φώναζα) βλέποντάς
με σ΄ αυτό, θαρείς και την βάρεσε αστραπή: Παιδάκι
μου έκραξε τι έκανες εκεί? !!!...
|
 |
 |
Σαράντα
δύο χρόνια περνάνε από τότε... Η Περίστα θαρρείς?
Θαρρείς κι ο ίδιος μου ο εαυτός? Δεν μου συγχώρησε
ΠΟΤΕ την παιδική μου εκείνη επιπολαιότητα. Την ...μαύρη
πέτρα που πέταξα δεν βάρεσε ποτέ την Περίστα, παρά
στο πέταγμα, πήρε στροφή 180 μοιρών, κι΄ αντί για
το χωριό μου, βάρεσε εμένα κατά κούτελα! Γιατί αλλιώς
δεν εξηγείται, που αφού γύρισα τον μισό κόσμο, η Περίστα
παραμένει στο μυαλό και στην καρδιά μου: Το ομορφότερο
στολίδι της γης!
Και ότι είδα, και ότι έμαθα όλα αυτά τα χρόνια,
τίποτα μα τίποτα, δεν άγγιξε την ψυχή μου τόσο ιερά,
τόσο μυσταγωγικά, όσο τα ευλογημένα εκείνα παιδικά
μου χρόνια στο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ ΧΩΡΙΟ, ΤΗΝ ΠΕΡΙΣΤΑ. |
|
Θεόδωρος
Καλτσάς New York 2010 |
|
|